Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις
16-11-2010: Αγόρευση κ. Π. Παυλόπουλου κατά τη συζήτηση επί του διανεμηθέντος πορίσματος της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής «για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης κατά πρώην Υπουργών για την ενδεχόμενη τέλεση αδικημάτων, σχετικά με την υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου». (επί του Κανονισμού).
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]: Ευχαριστώ, κυρία Πρόεδρε.
Κυρία Πρόεδρε, θέλω να θέσω ένα ζήτημα εφαρμογής του Κανονισμού της Βουλής, ιδίως ως προς τον τρόπο ψηφοφορίας, μετά τα όσα ανακοινώθηκαν από τον κύριο Πρόεδρο προηγουμένως.
Κύριοι συνάδελφοι, μην ξεχνάτε ως προς τη σημερινή διαδικασία ότι είναι η πρώτη φορά που εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Συντάγματος για το νόμο περί ευθύνης Υπουργών. Σε ό,τι αφορά, επαναλαμβάνω, τη διαδικασία την οποία έχουμε εφαρμόσει μετά το 2001, θέλω να τονίσω τούτο: Ό,τι κάνουμε εδώ έχει πολύ μεγάλη σημασία για το πώς θα εφαρμόσουμε τις διατάξεις στο μέλλον. Και μην ξεχνάτε, επίσης, πως ό,τι αποφάσεις πάρουμε, ιδίως σ’ επίπεδο διαδικασίας, τελούν υπό την κρίση του Συμβουλίου που θα συγκροτηθεί, αν παραπεμφθούν οι συνάδελφοι.
Γιατί το λέω αυτό; Ανακοινώθηκε από τον κύριο Πρόεδρο προηγουμένως ότι κατά την ψηφοφορία έχουν δικαίωμα να ψηφίσουν και Βουλευτές ή μέλη της Κυβέρνησης οι οποίοι απουσιάζουν σε αποστολή στο εξωτερικό. Με επιστολή μπορούν να ψηφίσουν.
Πράγματι, υπάρχει διάταξη που προβλέπει γενικώς ότι, όταν κάποιος απουσιάζει, μπορεί να ψηφίζει με επιστολή. Αλλά σας διαβεβαιώ ότι δεν είχε ποτέ ο νομοθέτης του Κανονισμού της Βουλής υπ’ όψιν του τη σημερινή διαδικασία και θα σας πω αμέσως γιατί. Η σημερινή διαδικασία δεν είναι συνήθης κοινοβουλευτική διαδικασία. Σήμερα γνωρίζετε ότι η Βουλή επέχει θέση συλλογικώς δρώντος δικαστικού λειτουργού ο οποίος ασκεί προκαταρκτική εξέταση και καταλήγει με την απόφασή της στο εάν θα ασκηθεί ποινική δίωξη ή όχι. Είναι αμιγώς δικαστική διαδικασία. Και γνωρίζετε ότι αυτός ο οποίος αποφασίζει, ο δικαστικός λειτουργός -εδώ το τονίζω ότι συλλογικώς αποφασίζουμε- ο οποίος αποφασίζει την άσκηση ποινικής δίωξης οφείλει να τηρήσει στοιχειώδεις δικονομικούς κανόνες και συνταγματικούς κανόνες, μεταξύ των οποίων τον κανόνα «auditur alteram partem», το δικαίωμα ακρόασης της άλλης πλευράς, όπως κατοχυρώνεται συνταγματικώς από το συνδυασμό των άρθρων 20 παράγραφος 1 και 20 παράγραφος 2 του Συντάγματος.
