Αν θέλετε να μάθετε ποιες είναι οι πιο αξιόπιστες στοιχηματικες εταιριες στον κόσμο τότε μπορείτε να διαβάσετε τις πιο έγκυρες αξιολογήσεις για εταιριες στοιχηματων με πολλές πληροφορίες για υπηρεσίες και τα στοιχηματικά μπόνους εγγραφής που δίνουν. Δείτε τη σελίδα και συλλέξτε τις δυνατές γνώσεις για να επιβιώσετε στο χώρο του διαδικτυακού παιχνιδιού.














Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις

10-02-2011. Αγόρευση κ. Προκόπη Παυλόπουλου κατά την συζήτηση του σν του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «Διατήρηση δεδομένων που παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία σε συνάρτηση με την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίων δικτύων επικοινωνιών, χρήση συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους και συναφείς διατάξεις».

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Ευάγγελος Αργύρης): Το λόγο έχει ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας κ. Προκόπης Παυλόπουλος.

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]: Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.
Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, η Νέα Δημοκρατία, όπως εξηγήσαμε και στην επιτροπή, ψηφίζει θετικά σε ό,τι αφορά το προκείμενο σχέδιο νόμου.

Σπεύδω να διευκρινίσω ότι το σχέδιο αυτό δεν έχει μια συγκεκριμένη αρχή. Εάν το διεξέλθουμε, θα δούμε ότι περιέχει ρυθμίσεις που εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο των κανόνων δύο ανεξάρτητων αρχών, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών. Αυτός είναι ο ευρύτερος χώρος μέσα στον οποίο κινείται.

Κατά τα λοιπά έχει δύο διαφορετικά αντικείμενα μέσα σ’ αυτόν τον χώρο. Γι’ αυτό είπα ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μια ενιαία αρχή. Το πρώτο μέρος είναι εκείνο που αφορά τα άρθρα 1 έως 13 και σχετίζεται με την ανάγκη διατήρησης δεδομένων, τα οποία παράγονται ή γίνονται αντικείμενα επεξεργασίας από φορείς παροχής υπηρεσιών επικοινωνιών ή δημόσιων δικτύων επικοινωνιών. Το δεύτερο τμήμα, τα άρθρα 14 και επόμενα, είναι εκείνο το οποίο σχετίζεται με την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους.

Σπεύδω να πω ευθύς εξ’ αρχής δύο πράγματα. Το πρώτο, ιδίως σε ό,τι αφορά το Α’ κεφάλαιο, πως βρισκόμαστε μπροστά στο ενδεχόμενο να έχουμε τρίτη φορά προσαρμογή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Είχαμε μια φορά το 1995 στην οδηγία του ‘95, δεύτερη το 2002, τρίτη είναι αυτή που συμβαίνει τώρα. Στην πραγματικότητα τα άρθρα αυτά αποτελούν προσαρμογή στην κοινοτική οδηγία του 2006. Είναι ειδικότερη προσαρμογή σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο αφορά τα ζητήματα προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Αυτό καθιστά πλέον αναγκαία την κωδικοποίηση -όπως ορθώς προβλέπεται μέσα στο σχέδιο νόμου- των σχετικών διατάξεων γιατί αυτή τη στιγμή είναι διάσπαρτες και εγκυμονούν κινδύνους σε ό,τι αφορά τη γνώση του σχετικού περιεχομένου.

Ας μην αυταπατώμεθα, όμως. Είναι τέτοια η ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται η σχετική νομοθεσία λόγω και των μεταβολών της τεχνολογίας, ώστε όταν θα κάνουμε την αναγκαία κωδικοποίηση, θα βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο του να θεσπίζουμε και καινούργιες διατάξεις. Αυτό θα γίνει περισσότερο για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όχι εναντίον της προστασίας αυτής. Αλλά, παρ’ όλα αυτά ορθώς προβλέπεται αυτή η κωδικοποίηση και πρέπει να γίνει μάλιστα το ταχύτερο δυνατό.

Το δεύτερο που θέλω να επισημάνω ευθύς εξ’ αρχής, επειδή ακούστηκαν διάφορα σχετικά με το ενδεχόμενο -όχι από την πλευρά της Κυβέρνησης, αλλά στη συζήτηση που διεξάγεται στο Κοινοβούλιο και όχι μόνο- για την ενοποίηση των δύο αρχών, οι οποίες αφορούν την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, δηλαδή την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, είναι ότι θεωρώ και θεωρούμε από πλευράς Νέας Δημοκρατίας -αλλά νομίζω ότι αυτή είναι και η κρατούσα γνώμη αυτή τη στιγμή- πως αυτή η ενοποίηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει, τουλάχιστον στην παρούσα φάση.

Εγώ προσωπικά πιστεύω ότι όπως είναι αυτή τη στιγμή το Σύνταγμα, όπως έχουν οι διατάξεις που αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου σε αυτούς τους δύο κρίσιμους τομείς, δεν μπορεί να υπάρξει γενικότερα ενοποίηση. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, οποιαδήποτε ενοποίηση θα αποτελούσε πραγματική απειλή για τα δικαιώματα του ανθρώπου σε ένα τόσο κρίσιμο πεδίο, όπως είναι ιδίως το πεδίο που σχετίζεται με το απόρρητο των επικοινωνιών και κυρίως την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Αυτά σε ό,τι αφορά το γενικότερο πλαίσιο πάνω στο οποίο μιλάμε.

Ας έρθουμε τώρα στα άρθρα. Και λέω στα άρθρα, γιατί όπως είπα, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μια ενιαία αρχή, θα μιλήσουμε επί των συγκεκριμένων ενοτήτων, δηλαδή για το πρώτο και το δεύτερο κεφάλαιο.

Το Α’ κεφάλαιο αφορά τη διατήρηση εκείνων των δεδομένων, τα οποία σχετίζονται με τους παρόχους αυτού του είδους των υπηρεσιών ή τους παρόχους υπηρεσιών από δημόσια δίκτυα υπηρεσιών. Τι προβλέπεται από το σχέδιο νόμου ή, ορθότερα, τι προβλέπεται από την κοινοτική οδηγία, έτσι ώστε να καθίσταται αντικείμενο προσαρμογής η ελληνική έννομη τάξη προς αυτή την κατεύθυνση;

Προβλέπεται η υποχρέωση διατήρησης ορισμένων συγκεκριμένων -και μάλιστα με συγκεκριμένο στόχο- δεδομένων για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Δηλαδή, να διατηρούνται τα δεδομένα προκειμένου να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης, ώστε να καθίσταται δυνατή η εξιχνίαση των δραστών ιδιαιτέρως σοβαρών εγκλημάτων.

Άρα, λοιπόν, βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο της ανάγκης διατήρησης δεδομένων, που έχουν προέλθει από τη συλλογή ή από την επεξεργασία.

Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι αυτό το πράγμα -γιατί πάντοτε πρέπει να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί στη διατήρηση αυτών των στοιχείων- στρέφεται ενδεχομένως εναντίον των δικαιωμάτων του ανθρώπου και αυτό είναι εν μέρει αλήθεια. Κάθε φορά που διατηρούνται τέτοια δεδομένα, κάθε φορά που υπάρχει επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, πέρα και έξω από την αρχική βούληση και εκείνου ο οποίος τα παρέχει και εκείνου που τα επεξεργάζεται, βρισκόμαστε μπροστά σε μία εν δυνάμει απειλή των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Το ζήτημα, όμως, είναι εδώ ότι πρέπει να σταθμίσουμε και το εξής το οποίο όποιος δεν έχει ζήσει ιδίως ευαίσθητα Υπουργεία, όπως είναι το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, δεν θα μπορούσε να σταθμίσει και την αξία αυτής της ρύθμισης την οποία εισάγει η κοινοτική οδηγία και επομένως, το σχέδιο νόμου το οποίο έχουμε μπροστά μας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όσοι είστε πολύ επιφυλακτικοί προς αυτή την κατεύθυνση, παρακαλώ να συλλογισθείτε το εξής: Υπάρχουν περιπτώσεις όπου είναι ανάγκη να αντιμετωπίσουμε τεράστιας σοβαρότητας εγκλήματα, βαρύτατα εγκλήματα. Και δεν είναι μόνο θέματα τρομοκρατίας, αλλά είναι και άλλα εγκλήματα τα οποία προϋποθέτουν, για την εξιχνίασή τους και την ανακάλυψη του δράστη, αξιοποίηση των δεδομένων της σύγχρονης τεχνολογίας.

Παραδείγματος χάριν ένα sms το οποίο έχει στείλει ένα πρόσωπο το οποίο κινδυνεύει, το οποίο έχει απαχθεί ή το οποίο απειλείται με βιασμό, μπορεί να βοηθήσει να εντοπίσει κανείς πού βρίσκεται ο δράστης, ποια είναι η περιοχή στην οποία κινείται. Υπάρχουν και πολλές άλλες τέτοιες περιπτώσεις όπου η σύγχρονη τεχνολογία το επιτρέπει. Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, αυτό δεν είναι δυνατόν. Στοιχεία τέτοιου είδους δεν μπορεί ο πάροχος να τα διαθέσει στις αρχές, εάν δεν υπήρχε η σχετική ρύθμιση.

Άρα, λοιπόν, εδώ μιλάμε για τη στάθμιση της προστασίας συγκεκριμένων αγαθών. Δεν είναι η σύγκρουση δικαιωμάτων -το τονίζω- γιατί και στο χώρο του Συνταγματικού Δικαίου και στο χώρο γενικότερα της νομικής πράξης έχει αντιμετωπισθεί το ζήτημα αυτό, το οποίο σας εξέθεσα και το οποίο προκύπτει μέσα από το νομοσχέδιο, ως ρυθμίσεις οι οποίες αφορούν τη σύγκρουση μεταξύ εννόμων αγαθών και τη σύγκρουση μεταξύ δικαιωμάτων. Σας διαβεβαιώ ότι, εάν εκλάβουμε την περίπτωση αυτή και άλλες τέτοιες ως συγκρούσεις δικαιωμάτων, τότε αναγκαστικά θα βρεθούμε προ του εξής: Ότι θα θεωρήσουμε πως σε αυτή τη σύγκρουση κάποιος υποχωρεί.

Σε μια δημοκρατία, όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι αδύνατον να φαντασθούμε ότι, όταν έχουμε δικαιώματα τα οποία βρίσκονται ενδεχομένως -φαινομενικά, τουλάχιστον- στην αντίθετη κατεύθυνση, κάποιο από τα δύο πρέπει να υποχωρεί. Στην πραγματική δημοκρατία δεν υποχωρεί κανένα δικαίωμα. Τα δικαιώματα συνυπάρχουν, συλλειτουργούν, γιατί τα δικαιώματα δεν είναι μόνο εξουσίες. Τα δικαιώματα έχουν και το λειτουργικό τους χαρακτήρα.

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, λοιπόν, βρισκόμαστε σε μία κλασσική τέτοια περίπτωση, όχι σύγκρουσης δικαιωμάτων, αλλά συνύπαρξης δικαιωμάτων όπου πρέπει να οριοθετήσουμε τα πεδία εφαρμογής τους, την ανάγκη προστασίας του πολίτη, του ανθρώπου ως προς τα προσωπικά του δεδομένα, ως προς το απόρρητο των επικοινωνιών, ως προς όλα αυτά, αλλά και την ανάγκη προστασίας του ίδιου του ανθρώπου από την εγκληματική δραστηριότητα. Στην ουσία, το αντικείμενο προστασίας είναι ο άνθρωπος και στις δύο περιπτώσεις. Δεν είναι στη μία περίπτωση ο άνθρωπος, στην άλλη η εξουσία, η όποια εξουσία, η εκτελεστική εξουσία, η όποια αστυνομία. Είναι λάθος να τα αντιμετωπίσουμε έτσι, αλλιώς θα αρχίσουμε εκπτώσεις σε επίπεδο δημοκρατίας. Και δεν ταιριάζουν στο επίπεδο δημοκρατίας το οποίο έχουμε.

Αυτό συμβαίνει και στην προκείμενη περίπτωση. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε, και με τις δύο εκδοχές που σας εξέθεσα, την ανάγκη προστασίας του ανθρώπου. Στη μία δε περίπτωση όταν παρέχει τα στοιχεία, στην άλλη περίπτωση όταν ο άνθρωπος αυτός είναι εν δυνάμει απειλούμενος από μία βαρύτατη εγκληματική δραστηριότητα.

Ορθώς οριοθετεί και η κοινοτική οδηγία και το νομοσχέδιο τα δύο πεδία. Προβλέπει σε ποιες περιπτώσεις αυτό είναι δυνατό, υπό ποιες εγγυήσεις. Το προβλέπει αυτό μόνο για βαρύτατα εγκλήματα. Δεύτερον, σας θυμίζω ότι μιλάμε για στοιχεία που δεν αφορούν το περιεχόμενο της επικοινωνίας. Δεν διατηρείται ούτε κοινολογείται το περιεχόμενο της επικοινωνίας. Διατηρούνται στοιχεία που επιτρέπουν την ταυτοποίηση της θέσης, κίνησης και αναγνώρισης του δράστη. Το περιεχόμενο της επικοινωνίας δεν μπορεί να διατηρηθεί, γιατί χρειάζονται άλλες προϋποθέσεις για άλλες διαδικασίες στο χώρο του Ποινικού Δικαίου, όπου μπορεί να υπάρχει άρση του απορρήτου, οπότε μπορούμε να φθάσουμε και στο ζήτημα το οποίο αφορά το περιεχόμενο της επικοινωνίας. Πράγμα για το οποίο η ελληνική έννομη τάξη έχει σχετικές διατάξεις οι οποίες είναι πλήρεις και νομίζω πως δεν χρειάζεται να τις τροποποιήσει κανείς.

Εδώ, το μόνο το οποίο σας τόνισα, κύριε Υπουργέ και το οποίο πρέπει να δούμε στην κωδικοποίηση, είναι το ότι θα πρέπει να ειδοποιείται το πρόσωπο εκείνο το οποίο παρέχει τα στοιχεία του κατά το ότι αυτά τα στοιχεία είναι ενδεχόμενο να αποτελέσουν αντικείμενο διατήρησης –επομένως, ένα είδος προειδοποίησης-για να είμαστε σίγουροι ότι υπάρχει αυτή η ειδοποίηση και να πληρούται και το γράμμα και το πνεύμα ενδεχομένως και του άρθρου 20, παράγραφος 2, του Συντάγματος.

Οι διατάξεις των άρθρων 11-13 του ν. 2472/1997 πρέπει να προσαρμοσθούν αναλόγως και θα πρέπει να υπάρχει αυτή η ειδοποίηση.

 
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ (Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων): Αν μου επιτρέπει ο κύριος Πρόεδρος και μου επιτρέπετε και εσείς, κύριε Παυλόπουλε, επειδή το θίξατε και στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή, θα ήθελα να σας πω ότι η ενημέρωση του χρήστη είτε για τη διατήρηση δεδομένων είτε για την καταστροφή τους, προβλέπεται ήδη στο άρθρο 11 του ν. 2472.

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ: Το ξέρω.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ (Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων): Γι’ αυτό και δεν επαναλαμβάνεται εδώ. Αν λέτε να ενταχθεί ως στοιχείο στην κωδικοποίηση, βεβαίως.

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτό λέω, αλλά προσέξτε. Επαναλαμβάνω μία παρατήρηση την οποία σας έχει κάνει η Επιτροπή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Είναι η μόνη την οποία εγώ αποδέχομαι. Έχει κάνει και δύο άλλες που δεν τις βρίσκω προς τη σωστή κατεύθυνση και δεν χρειάζονται. Αυτή, όμως, σας λέει ότι η παραπομπή στις διατάξεις των άρθρων 11-13 του ν. 2472/1997 δεν είναι πλέον επαρκής. Ο νόμος του 1997 είναι αρκετά παρωχημένος για τόσο προχωρημένες διατάξεις. Σας το λέει. Χρειάζεται μία επικαιροποίηση. Δεν ξέρω αν είναι επαρκής αυτή η νομοθετική ρύθμιση η οποία υπάρχει σήμερα.

Αυτό σας τόνισα, αλλά επειδή όπως σας είπα και πάλι, αυτό πρέπει να το δει κανείς και στην πράξη, στην κωδικοποίηση να δούμε αν ενδεχομένως πρέπει να επικαιροποιήσουμε τις διατάξεις των άρθρων 11-13 του ν. 2472/1997.

Πιο σύντομα, θα ήθελα να σας πω, κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το εξής: Με βάση αυτό που τόνισα προηγουμένως ότι δεν έχουμε σύγκρουση δικαιωμάτων, αλλά οριοθέτηση των αντίστοιχων πεδίων εφαρμογής, προκύπτει με ποιους όρους πρέπει να ερμηνεύσουμε και τις σχετικές διατάξεις, τις οποίες έχουμε μπροστά μας. Γιατί το μεγάλο ζήτημα δεν είναι μόνο η θέσπιση, αλλά και η εφαρμογή τους.

Ποιες είναι οι αρχές που πρέπει να διέπουν την ερμηνεία τέτοιων εξαιρετικών διατάξεων, οι οποίες αφορούν παρέμβαση σε συγκεκριμένα δικαιώματα, προκειμένου να συνυπάρξουν αυτά τα δικαιώματα, όπως είπα προηγουμένως και όχι να λύσουμε ένα ζήτημα σύγκρουσης δικαιωμάτων;

Το τονίζω για να μείνει στα Πρακτικά για την ερμηνεία, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη δική μας άποψη, γιατί η έννοια της σύγκρουσης των δικαιωμάτων –το τονίζω- καταλήγει στην αποδυνάμωση ενός εκ των δύο, ενώ η ερμηνεία μέσω της οριοθέτησης των πεδίων εφαρμογής λόγω συλλειτουργίας των δικαιωμάτων, οδηγεί ακριβώς στη συνύπαρξη αυτών των δικαιωμάτων, ώστε να θίγεται όσο το δυνατόν λιγότερο καθένα απ’ αυτά και, κυρίως, όχι ο πυρήνας τους.

Τρεις είναι οι αρχές οι οποίες διέπουν την ερμηνεία αυτών των διατάξεων. Και αυτές οι τρεις αρχές εν σπέρματι περιλαμβάνονται στο άρθρο 25 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε μετά την Αναθεώρηση του 2001. Η πρώτη αρχή είναι ότι σε περίπτωση συγκεκριμένης ερμηνευτικής αμφιβολίας –«in dubio», δηλαδή- και σχετικά με το τι είναι εκείνο που πρέπει να επικρατήσει, είναι σαφές ότι πρέπει να επιλέξουμε την ερμηνεία εκείνη η οποία είναι η περισσότερο προστατευτική για το δικαίωμα σε ό,τι αφορά τα προσωπικά δεδομένα και το απόρρητο των επικοινωνιών. «In dubio», λοιπόν, υπέρ της στενής ερμηνείας αυτών των σχετικών διατάξεων και της δυνατότητας παρέμβασης.

Το δεύτερο είναι η πλήρης εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, την οποία προσδιορίζει επίσης το άρθρο 25. Δηλαδή, δεν μπορούμε να φθάσουμε στην ερμηνεία και στην εφαρμογή αυτών των διατάξεων σε ό,τι αφορά τη διατήρηση και την αξιοποίηση των διατηρούμενων στοιχείων, εφόσον αυτό οδηγεί στο να θίγεται ο πυρήνας των δύο δικαιωμάτων, δηλαδή τα προσωπικά δεδομένα και το απόρρητο των επικοινωνιών.

Επομένως, κάθε ερμηνεία η οποία εν ονόματι της εφαρμογής του γράμματος και του πνεύματος αυτών των διατάξεων θα οδηγούσε στην κατάλυση του ίδιου του πυρήνα του δικαιώματος ή στην παρέμβαση σ’ αυτόν, είναι ερμηνεία που δεν συνάδει με τις διατάξεις του Συντάγματος και, επομένως, δεν πρέπει να γίνει δεκτή.

Τέλος, η τρίτη ρήτρα την οποία πρέπει να σκεφτούμε εδώ είναι από τις πιο καθαρές περιπτώσεις για το πόσο χρήσιμο είναι το άρθρο 25 σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της τριτενέργειας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως αυτά προσδιορίζονται από τις διατάξεις του Συντάγματος. Εδώ έχουμε να κάνουμε με φορείς κυρίως ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι οι διάφοροι πάροχοι υπηρεσιών επικοινωνιών ή υπηρεσιών δημόσιων δικτύων. Αυτοί είναι ιδιώτες.

Να, πώς φαίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και όσο περνούν τα χρόνια –θα πάρω και τη δευτερολογία μου, κύριε Πρόεδρε, αφού δεν θα δευτερολογήσω, γιατί δεν νομίζω πως χρειάζεται- ότι η άσκηση δημόσιας εξουσίας δεν προέρχεται μόνο από φορείς του κλασικού δημοσίου, ούτε καν του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως είχε οριοθετηθεί από το 1982.

Όμως, έχουμε περιπτώσεις πλέον, όπως εδώ, όπου παρέχεται η άσκηση δημόσιας εξουσίας ή μιας σημαντικής μορφής δημόσιας εξουσίας ή τουλάχιστον εξουσίας που σημαίνει παρέμβαση στα δικαιώματα του ανθρώπου σε ιδιώτες. Αλίμονο αν δεν είχαμε και αυτή τη συνταγματική ρήτρα, που ευτυχώς έχουμε στο άρθρο 25. Βέβαια, αυτό είχε προκύψει ερμηνευτικά και πριν από την είσοδο στη συνταγματική μας τάξη αυτών των διατάξεων. Όμως, καλώς μπήκε ρητώς.

Να, λοιπόν, πώς φαίνεται ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου σε ό,τι αφορά την παρέμβαση στο προσωπικό του status στρέφονται όχι μόνο κατά της εξουσίας που ξέραμε παραδοσιακά, του κλασικού κράτους -έστω και ευρύτερου κράτους- αλλά και κατά των ιδιωτών στους οποίους έχει μεταβιβαστεί αυτή η δυνατότητα λόγω τεχνολογίας ή λόγω της εξέλιξης των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων.

Η αρχή της τριτενέργειας λοιπόν σε ό,τι αφορά την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου προκύπτει σαφώς και μέσα από τις διατάξεις αυτού του νόμου, μια τριτενέργεια που οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 25 του Συντάγματος.

Σε ό,τι αφορά τις κυρώσεις, ορθώς υπάρχει, θα έλεγα, ένα τρίγλυφο από πλευράς κυρώσεων. Υπάρχουν οι ποινικές κυρώσεις, οι διοικητικές κυρώσεις και οι αστικές κυρώσεις. Θα επαναλάβω με επιμονή αυτό το οποίο τόνισα και στην επιτροπή.

Σε ό,τι αφορά τις αστικές κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης αυτών των διατάξεων αυτού του νόμου, είναι κυρώσεις οι οποίες έχουν χαρακτήρα αντικειμενικής αστικής ευθύνης. Αυτό σημαίνει ότι εκείνος που παραβιάζει, για παράδειγμα από τους παρόχους ή άλλους φορείς έναντι του πολίτη, έναντι του ανθρώπου, τις δια-τάξεις του νόμου, όπως και τις λοιπές συνταγματικές διατάξεις που αποτελούν το υπόβαθρο σε ό,τι αφορά αυτό το νόμο, αυτός υπέχει εκτός από την ποινική ευθύνη και την ευθύνη των διοικητικών κυρώσεων και αντικειμενική αστική ευθύνη. Δηλαδή, η ευθύνη του είναι ανεξάρτητη από υπαιτιότητα.

Και επειδή μιλάμε για ιδιώτες, ξέρετε ότι αν δεν υπήρχε η διάταξη που θέτουμε τώρα και η οποία προέρχεται και από την κοινοτική οδηγία, τότε αυτό θα σήμαινε ότι η ευθύνη του θα πρέπει να είναι υπαίτια, γιατί θα ίσχυε το άρθρο 914 του Αστικού Κώδικα, το οποίο ορίζει ότι ευθύνεται μόνον εκείνος ο οποίος ζημίωσε κάποιον άλλο παρανόμως, αλλά και υπαιτίως. Θα ήθελε τουλάχιστον δόλο ή αμέλεια. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει εδώ. Εδώ και μόνο η παραβίαση σημαίνει αστική ευθύνη. Και ορθώς, γιατί –το τόνισα και το επαναλαμβάνω και αυτό πρέπει να το θέσουμε σαν αρχή- σε κάθε περίπτωση που η άσκηση οποιασδήποτε μορφής δημόσιας εξουσίας μετατίθεται σε φορείς ιδιωτικού δικαίου, τότε η αστική τους ευθύνη πρέπει να είναι ανάλογη με την αστική ευθύνη του δημοσίου.

Το δημόσιο, όπως ξέρουμε, με το άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικα έχει αντικειμενική αστική ευθύνη. Δηλαδή, ευθύνεται ο υπάλληλος, το δημόσιο, το νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει πταίσμα. Έγινε παράβαση; Υπήρξε ζημία; Έχεις ευθύνη.

Το ίδιο πρέπει να ισχύει, όπως ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση του σχεδίου νόμου και σε κάθε περίπτωση που το κράτος βγάζει από πάνω του την άσκηση δημόσιας εξουσίας, τη μεταθέτει σε φορείς του ιδιωτικού δικαίου. Σ’ αυτήν την περίπτωση, αφού τους δίνει αυτό το προνόμιο –γιατί περί προνομίου πρόκειται και δεν πρέπει να αυταπατώμεθα- πρέπει να υπάρχει και το αντίστοιχο status ευθύνης. Η ευθύνη τους θα είναι αντικειμενική, θα ευθύνονται μόνο και μόνο επειδή υπήρχε βλάβη στον άνθρωπο, στον πολίτη και όχι γιατί θα χρειάζεται να αποδείξουμε ότι θα υπάρχει περαιτέρω και πταίσμα, δηλαδή δόλος ή αμέλεια. Και αυτό είναι ιδιαίτερα ευεργετικό για την προστασία του ανθρώπου.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τα άρθρα 14 και επόμενα, θυμίζω ξανά ότι εδώ πρόκειται περί διατάξεων τις οποίες ζήτησε να θεσπιστούν η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, λόγω των αμφισβητήσεων που είχαν δημιουργηθεί όταν μιλούσαμε για το ζήτημα της εγκατάστασης και λειτουργίας συστημάτων επιτήρησης μέσω της λήψης εικόνας ή ήχου. Παράδειγμα αποτελούν οι περίφημες κάμερες στους δρόμους.

Το καθεστώς που υπήρχε μέχρι σήμερα -μολονότι ερμηνευτικά είχε προκύψει το πώς θα λειτουργεί- είχε μεγάλα κενά. Επειδή, λοιπόν, έρχεται και από αυτήν τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή, ορθώς μπαίνουν αυτές οι διατάξεις και καθορίζεται για ποιες περιπτώσεις μπορούν να λειτουργήσουν αυτές οι κάμερες. Βεβαίως, όχι μόνο για θέματα κυκλοφορίας, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις κατ’ εξαίρεση.

Επίσης, καθορίζεται –κατ’ εμέ τουλάχιστον- αυτό που ορθώς είχε ερμηνευτικά προκύψει και από πριν, δηλαδή ότι η απλή καταγραφή της εικόνας με την κάμερα στο δρόμο δεν συνιστά επεξεργασία. Επεξεργασία συνιστά το αν θα πάρεις αυτήν την εικόνα στη συνέχεια και θα την αξιοποιήσεις για άλλους σκοπούς μέσα από συγκεκριμένη επεξεργασία και προς ορισμένη κατεύθυνση. Και αυτό είναι πάρα πολύ σωστό, για να λυθεί επιτέλους το μεγάλο ζήτημα που έγκειται στο τι σημαίνει «εισαγγελική παρέμβαση» και τι σημαίνει «παρέμβαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα».

Το δεύτερο είναι σε ποιες περιπτώσεις μπορούν να μπουν τέτοιες κάμερες από πλευράς χώρου; Και ορθώς προβλέπεται ότι μιλάμε για τις περιπτώσεις των κοινόχρηστων χώρων, μιλάμε επί-σης για τις περιπτώσεις χώρων, όπως είναι οι σταθμοί επιβίβασης στα μέσα μαζικής μεταφοράς και τέλος, στην περίπτωση που έχουμε πρόσβαση απεριόριστου αριθμού προσώπων σε χώρους που δεν είναι κοινόχρηστοι, αλλά η πρόσβαση σε αυτούς σημαίνει μεγάλο αριθμό προσώπων. Και τόνισα στον κύριο Υπουργό και το επαναλαμβάνουμε και εδώ ότι εκεί θα χρειαστεί μια περαιτέρω εξειδίκευση, η οποία δεν προβλέπεται από το νόμο. Εγώ πιστεύω ότι θα προκύψουν ερμηνευτικά προβλήματα στην πορεία, εάν δεν υπάρξει μια κάποια εξειδίκευση αυτού του ζητήματος. Και θεωρώ ότι, επειδή υπάρχει ούτως ή άλλως η εξουσιοδότηση, μέσα από την εξουσιοδότηση για την έκδοση του διατάγματος, ίσως θα έπρεπε να προβλεφθεί ρητά ότι μπορεί να εξειδικεύσει το διάταγμα και τα αντικείμενα αυτά.

Ακούστηκαν διάφορα σχετικά με το διάταγμα και ότι είναι ευρεία η εξουσιοδότηση. Κάθε άλλο παρά ευρεία είναι η εξουσιοδότηση για την έκδοση του διατάγματος που αφορά τα επιμέρους ζητήματα. Γιατί; Πρώτα-πρώτα, ο νόμος δεν μπορούσε να τα προβλέψει όλα. Δεύτερον, χρειαζόταν επομένως μία εξουσιοδότηση. Η εξουσιοδότηση αυτή τι θα έπρεπε να είναι; Με υπουργική απόφαση; Φυσικά όχι. Με διάταγμα. Και το διάταγμα έχει ακριβώς και το σημαντικό, ότι αφορά περιπτώσεις όπου πλέον θα έχουμε και τη γνώμη του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο κατά το άρθρο 95 του Συντάγματος είναι αρμόδιο να γνωμοδοτεί, όταν έχουμε ζητήματα έκδοσης προεδρικών διαταγμάτων. Εδώ, λοιπόν, έχουμε ένα Συμβούλιο Επικρατείας, το οποίο κατ’ εξοχήν είναι αρμόδιο να κρίνει σε τελική ανάλυση τα θέματα αυτά. Και θεματοφύλακας, όπως πρέπει να είναι, των δικαιωμάτων του ανθρώπου θα πει αν αυτές οι ρυθμίσεις που θα μπουν μέσα στο διάταγμα, είναι ρυθμίσεις, οι οποίες συνάδουν με το Σύνταγμα ή όχι.

Ακούστηκαν εδώ απορίες για το πώς παρέχουμε ως Βουλή τέτοια ευρεία εξουσιοδότηση στην εκτελεστική εξουσία. Νομίζω πως θα ήταν μια καλή διέξοδος, κύριε Υπουργέ, όπως το είπαμε και όπως νομίζω δεσμευθήκατε, όταν ετοιμάσετε αυτό το διάταγμα και πριν αποσταλεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας, να υπάρξει ενημέρωση της Βουλής, τουλάχιστον σε επίπεδο της αρμόδιας Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης.
….

Σε ό,τι αφορά το τελευταίο ζήτημα για την τροπολογία που φέρατε, θα την υπερψηφίσουμε. Μιλάω για το θέμα των μετατάξεων. Θα επαναλάβω, όμως, εδώ ότι αυτό που πρέπει να διαμηνύσετε στο συνάδελφό σας Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης είναι πως οι διάσπαρτες διατάξεις –εδώ μπορεί να δικαιολογείται, γιατί υπάρχει ένα ιδιόμορφο καθεστώς σε ό,τι αφορά τη μετάταξη στο χώρο του Υπουργείου Δικαιοσύνης- περί μετατάξεων που υπάρχουν σήμερα, ανάλογα με την υπηρεσία που συγχωνεύεται και επειδή έχουμε διαφορετικά καθεστώτα συγχωνεύσεων –άλλα το Υπουργείο Παιδείας, άλλα το Υπουργείο Εσωτερικών- έχουν δημιουργήσει, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα θέματα των μετατάξεων, μια πανσπερμία που οδηγεί σε ανισότητες μεταξύ υπαλλήλων.

Αν σ’ αυτό προσθέσει κανείς ότι υπάρχει ένα ειδικό καθεστώς για τις μετατάξεις και τις προσλήψεις σε μία τουλάχιστον ανεξάρτητη αρχή, χωρίς να επεκτείνεται και σε άλλες, όπως είναι ο Συνήγορος του Πολίτη, νομίζω ότι εδώ θα έπρεπε να υπάρξει μια ενοποίηση των σχετικών διατάξεων. Αλλιώς -κι επειδή μπαίνουμε σε μία φάση συγχωνεύσεων και άρα ανακατατάξεων σε ό,τι αφορά το προσωπικό- πολύ φοβούμαι ότι θα έχουμε ανισότητες, οι οποίες και δεν θα διευκολύνουν την ορθολογική λειτουργία του θεσμού και ενδεχομένως θα δημιουργήσουν ζητήματα ακυροτήτων στο μέλλον, τα οποία καλό είναι να μην υπάρξουν! Ιδιαίτερα σε μια εποχή που χρειαζόμαστε οι δημόσιες υπηρεσίες να στελεχωθούν κατά τρόπο πάγιο και χωρίς αμφισβητήσεις.

Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.

……………

 


[1] Σελ. 5247, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es20110210.pdf