ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΗΝ JACQUELINE de ROMILLY
«Ο Νόμος στην ελληνική σκέψη»
(στην εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ των Χριστουγέννων" 24-26/12/2010)
Η εκδημία της μεγαλύτερης, κατά κοινή ομολογία, ελληνίστριας της εποχής μας, της Jacqueline de Romilly, αναδεικνύει εμφαντικά, πέρα από το πραγματικά τεράστιο κενό μιας σπάνιας ερευνητικής δημιουργίας, και την αειθαλή επικαιρότητα μιας πολύτιμης πνευματικής κληρονομιάς. Αποτίνοντας ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη της, θα επιχειρήσω μια εξαιρετικά σύντομη –κατ’ ανάγκη- σκιαγράφηση του κορυφαίου, για την αρχαία ελληνική νομική διανόηση, έργου της «ο Νόμος στην ελληνική σκέψη»[1].
I. Στο βιβλίο της αυτό, opus maximum σύνθεσης του αρχαίου ελληνικού νομικού διαλογισμού, η J. de Romilly ανθολογεί, περίτεχνα και διεισδυτικά, τις σκέψεις των σημαντικότερων ελλήνων στοχαστών –ιστορικών, τραγωδών, φιλοσόφων, σοφιστών, ρητόρων- του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνα, σχετικά με τη θεσμική και πολιτική φύση και λειτουργία του νόμου. Όπως είναι φυσικό, λίκνο και επίκεντρο της έρευνάς της είναι, κυρίως, η Πόλη της Αθήνας κατά τη χρονική αυτή περίοδο. Η μεγάλη συνεισφορά της J. de Romilly μέσα απ’ αυτή τη μελέτη της συνίσταται, ιδίως, αφενός στην αποκάλυψη της έννοιας και της κανονιστικής εμβέλειας του νόμου στην αρχαία Ελλάδα. Και, αφετέρου, στην απόδειξη της αλήθειας ότι ο σημερινός κόσμος –και, συνακόλουθα, η εποχή μας- οφείλει περισσότερα στην Ελλάδα απ’ ό,τι στη Ρώμη ως προς την όλη εξέλιξη και την τωρινή φυσιογνωμία του νόμου και της έννομης τάξης.
II. Η συμβολή αυτή της J. de Romilly είναι τόσο περισσότερο ουσιαστική, όσο ο νομικός πολιτισμός και η νομική σκέψη εδώ και αρκετές εκατοτανετίες στηρίχθηκαν, εν πολλοίς, στην «επίπονα» καλλιεργημένη αντίληψη ότι η δυτικού τύπου κρατική οργάνωση και το νομικό της υπόβαθρο έχουν τα θεμέλιά τους, πρωτίστως, στην αρχαία Ρώμη και το ρωμαϊκό δίκαιο. Βεβαίως ουδείς μπορεί, με σοβαρά επιχειρήματα, ν’ αρνηθεί τη συνεισφορά και την επιρροή της ρωμαϊκής παράδοσης πάνω στη διαμόρφωση των σύγχρονων πολιτειακών θεσμών και της νομικής τους υποδομής. Είναι όμως ανάγκη –κι αυτή την ανάγκη υπηρέτησε με συνέπεια η J. de Romilly- να τεκμηριωθεί η αλήθεια ως προς την μεγάλη, καθοριστικής σημασίας, νομική παρακαταθήκη της αρχαίας Ελλάδας, μέσα από τα επιμέρους αρχαία Ελληνικά Δίκαια και, ιδιαιτέρως, μέσα από το αρχαίο Αθηναϊκό Δίκαιο.
III. Γράφει, λοιπόν, με γλαφυρή πυκνότητα, η J. de Romilly[2]: «Οι Έλληνες, εραστές πάντοτε της ανεξαρτησίας, διακήρυσσαν συνεχώς με υπερηφάνεια την υπακοή στους νόμους. Είναι γεγονός ότι δεν αναζητούσαν με κανένα τρόπο να καθορίσουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες, σε σχέση με την πόλη στην οποίαν ανήκαν και με την οποία είχαν ταυτισθεί. Το μόνο που ζητούσαν ήταν να διοικείται η πόλη αυτή από έναν δικό της κανόνα και όχι από έναν άνθρωπο. Έτσι ο νόμος υπήρξε το στήριγμα και η εγγύηση όλης της πολιτικής τους ζωής. Και τον χρησιμοποιούσαν ως μέσον για να αντιτάσσονται τόσο στην αναρχία της πρωτόγονης ζωής όσο και στην υποταγή των λαών που, σαν τους Πέρσες, υπόκεινταν στην αυθαιρεσία ενός ηγεμόνα». Και μόνον αυτό το απόσπασμα αρκεί για να καταγράψει τη διττή συμβολή της αρχαίας Ελλάδας στη θεσμική και κανονιστική φυσιογνωμία του νόμου:
Α. Πρώτον, είναι η αρχαία ελληνική νομική –και όχι μόνο- σκέψη που έθεσε τα θεμέλια της θετικοποίησης του νόμου και, άρα, του δικαίου. Με απλές λέξεις απάλλαξε το νόμο από την αρχική αοριστία τόσο των μεταφυσικών του καταβολών όσο και της άγραφης προέλευσής του. Είναι, δηλαδή, η ανάδυση του γραπτού νόμου μέσα από την αρχαία ελληνική νομική διανόηση και πραγματικότητα που δρομολόγησε τη θετική υπόσταση της κανονιστικής του δύναμης, ως κανόνα δικαίου.
Β. Δεύτερον, είναι πάλι η αρχαία ελληνική νομική –και όχι μόνο- σκέψη που έφερε το νόμο «από τον Όλυμπο στη γη». Με την έννοια ότι τον αποκατέστησε ως δημιούργημα των ανθρώπων και, συγκεκριμένα, του λαού. Και κάτι πολύ πιο σημαντικό: Τον αναγόρευσε, θεσμικώς και πολιτικώς, σε προϊόν κοινής βούλησης εκείνων τους οποίους αφορά το ρυθμιστικό του πλαίσιο. Δηλαδή σε προϊόν συναίνεσης, που προκύπτει μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, γεγονός το οποίο παραπέμπει, ήδη από τότε, στις ρίζες του «κοινωνικού συμβολαίου» και του συνακόλουθου αυτοκαθορισμού της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Γεγονός, επίσης, το οποίο απαλλάσσει σταδιακώς το νόμο από το αντιδημοκρατικό του παρελθόν, όταν η προέλευσή του ήταν συνυφασμένη –και, έτσι, υπονομευμένη ως προς την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του- με την αυθαιρεσία της «ενός ανδρός αρχής», βασιλικής ή τυραννικής καταγωγής συνήθως.
IV. Τέλος, είναι ακριβώς αυτά τα ανθρώπινα και δημοκρατικά στοιχεία του νόμου, όπως τα διαμόρφωσε η αρχαία ελληνική σκέψη και πράξη, τα οποία, αργά αλλά σταθερά, άνοιξαν το δρόμο για να πάρει τη σύγχρονη αμιγώς ανθρωποκεντρική υφή του. Με άλλα λόγια είναι ακριβώς αυτά τα, ελληνικής επινόησης και ελληνικής νοοτροπίας κατά τ’ ανωτέρω, στοιχεία που κάνουν σήμερα το νόμο –τον κάθε νόμο και πριν απ’ όλους το ίδιο το Σύνταγμα- να στρέφεται γύρω από τον άνθρωπο. Και τούτο, όχι βεβαίως για να οργανώσει τον καταναγκασμό του αλλά, όλως αντιθέτως, για να κατοχυρώσει την ελευθερία του, μέσα από εμβληματικές θεμελιώδεις ρήτρες όπως είναι η προστασία της αξίας του ανθρώπου και η εμπέδωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του.
Και για να συμπεράνω: Κάπως έτσι, ανατρέχοντας στις μακρινές αλλά αείρροες πηγές της αρχαίας ελληνικής σκέψης, ο νόμος άφησε πίσω του το άγος του αντιδημοκρατικού καταναγκασμού για ν’ αποκτήσει τα σύγχρονα χαρακτηριστικά ενός θεσμικοπολιτικού οχήματος ελευθερίας του ανθρώπου, προκειμένου να εφαρμόζεται στο πλαίσιο του αμοιβαίου σεβασμού των ορίων της. Και κάπως έτσι η κλασσική, στη δομή και την τεκμηρίωσή της, σκέψη της J. de Romilly συναντάται με τον ριζοσπαστικό στίχο του Οδ. Ελύτη, στη «Μαρία Νεφέλη»: «Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία».
[1] Το έργο αυτό με τίτλο «La Loi dans la pensée grecque, Des origins à Aristote», εκδόθηκε στο Παρίσι το 1971 (Société d’ édition “Les Belles Lettres”). Μεταφράσθηκε και εκδόθηκε στην Ελλάδα το 1995, από τις εκδόσεις «το άστυ», με τίτλο «Ο Νόμος στην ελληνική σκέψη. Από τις απαρχές στον Αριστοτέλη».
[2] Σελ. 15
| < Prev | Next > |
|---|
