Αν θέλετε να μάθετε ποιες είναι οι πιο αξιόπιστες στοιχηματικες εταιριες στον κόσμο τότε μπορείτε να διαβάσετε τις πιο έγκυρες αξιολογήσεις για εταιριες στοιχηματων με πολλές πληροφορίες για υπηρεσίες και τα στοιχηματικά μπόνους εγγραφής που δίνουν. Δείτε τη σελίδα και συλλέξτε τις δυνατές γνώσεις για να επιβιώσετε στο χώρο του διαδικτυακού παιχνιδιού.














Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις

23-3-2011. Αγόρευση κ. Προκόπη Παυλόπουλου ως εισηγητή κατά την συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: «Προσαρμογή των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου προς τις διατάξεις του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου που κυρώθηκε με το ν. 3003/2002 (ΦΕΚ 75 Α')».

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]: Ευχαριστώ, κυρία Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Νέα Δημοκρατία, όπως το είχαμε καταστήσει σαφές και στην επιτροπή, υπερψηφίζει και επί της αρχής και ως προς τα άρθρα το συζητούμενο νομοσχέδιο. Θα εξηγήσω ποιες επιφυλάξεις υπάρχουν σε τρία άρθρα, αλλά αυτές δεν διαφοροποιούν τη θέση την οποία διατύπωσα προηγουμένως, δηλαδή ότι το υπερψηφίζουμε.

Θα ήθελα, όμως, εδώ πριν μπω στην ουσία του νομοσχεδίου να τονίσω ορισμένα ζητήματα τα οποία αφορούν τον τρόπο ψήφισης του συγκεκριμένου νομοσχεδίου και να κάνω την αντιδιαστολή με ορισμένα άλλα νομοσχέδια και ιδίως με τη χθεσινή εμπειρία που είχαμε στη Βουλή ως προς το νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όταν συμβαίνει κάτι θετικό -ιδίως σε επίπεδο αναβάθμισης του κοινοβουλευτικού έργου-οφείλουμε να το ομολογούμε και δεν μπορεί να παραμένουμε κλεισμένοι μέσα στα συνηθισμένα περιθώρια ενός στείρου αντιπολιτευτικού λόγου. Γνωρίζετε ότι αυτό το νομοσχέδιο που είναι κρίσιμο –μολονότι δεν έλαβε ευρεία δημοσιότητα- ήλθε με πολλές αοριστίες που δεν οφείλονταν στο ότι το Υπουργείο, το οποίο το κατάρτισε επιθυμούσε τις αοριστίες, αλλά επειδή το καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου έχει αυτήν τη μορφή, έχει αυτό το περιεχόμενο. Σας θυμίζω ότι έχουμε ήδη από το 2003 επικυρώσει το καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και αυτό είναι η συνέχεια. Άρα είμαστε, κατά κάποιο τρόπο, δέσμιοι εκείνων τα οποία συνέβησαν όταν επικυρώσαμε το καταστατικό. Ήλθε, λοιπόν, το κείμενο αυτό όπως το ξέρουμε όλοι στην επιτροπή με πολλές αοριστίες που γεννήθηκαν ab initio, όπως τόνισα πριν, και έγινε ένας γόνιμος διάλογος και σε υψηλό επιστημονικό επίπεδο, όχι μόνο πολιτικό.

Οι βελτιώσεις που επήλθαν είναι σημαντικότατες. Σχεδόν οι περισσότερες από τις αοριστίες έχουν εκλείψει, όσο βεβαίως ήταν δυνατό να εκλείψουν. Σας λέω ότι εξέλιπαν αυτές οι αοριστίες και από την εμπειρία που μπορεί να έχει κανείς με αντίστοιχα κείμενα άλλων χωρών, τα οποία είναι πολύ πιο αόριστα. Ακόμα και το γερμανικό κείμενο -το οποίο επικαλεσθήκαμε πολλοί στην επιτροπή ως προηγούμενο, για να μπορέσουμε να βελτιώσουμε το κείμενο αυτό- μένει περισσότερο αόριστο από εκείνο το οποίο εμείς έχουμε προ οφθαλμών, κύριε Υπουργέ, και αυτό είναι πάρα πολύ θετικό και για την ουσία της νομοθεσίας. Αλλά κυρίως το αναφέρω, γιατί αυτό σχετίζεται και με την πρόοδο του ίδιου του κοινοβουλευτικού έργου, με την αναβάθμιση της ποιότητας του κοινοβουλευτικού έργου και του κοινοβουλευτικού λόγου μέσα στη Βουλή.

Πολύ σωστά, λοιπόν, έγιναν αυτές οι βελτιώσεις. Έχουν επιφέρει πραγματικά σε σημαντικό βαθμό μια συγκεκριμενοποίηση η οποία, τουλάχιστον κατά βάση, επιτρέπει να πούμε ότι πολλές από τις διατάξεις αυτού του σχεδίου νόμου πλέον βρίσκονται μέσα στο πλαίσιο του nullum crimen nulla poena sine lege certa το οποίο επιβάλλει το άρθρο 7 του Συντάγματος.

Το λέω αυτό επίσης για να κάνω την αντιδιαστολή ανάμεσα στον τρόπο καλής νομοθέτησης, όπως συμβαίνει μ’ αυτό το νομοσχέδιο, μ’ εκείνο που ζήσαμε ως Βουλή χθες με το νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών. Η απίστευτη προχειρότητα αυτού του νομοσχεδίου σ’ ό,τι αφορά το περιεχόμενό του, οι τροπολογίες οι οποίες ήλθαν χθες το βράδυ, στην κυριολεξία μεσάνυχτα, σε Βουλευτές οι οποίοι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν πραγματικά τι ψήφιζαν εκείνη την ώρα, σε θέματα τόσο σημαντικά που αφορούν τη ζωή του τόπου σ’ αυτήν τη δεινή οικονομική συγκυρία, αποτελούν όνειδος πραγματικό –και αυτό το τονίζω- για την κοινοβουλευτική μας πρακτική.

Δεν μπορεί επιτέλους αυτή η Κυβέρνηση να έχει μια ενιαία γραμμή; Δεν μπορούν οι Υπουργοί της να ακολουθήσουν το παράδειγμα άλλων; Δεν το λέω για να κολακέψω τον παριστάμενο Υπουργό. Αλλά δεν μπορούν επιτέλους στο Υπουργείο Οικονομικών –γιατί αυτό είναι η μήτρα του κακού, αν παρατηρήσετε τα νομοσχέδια που έχουν έρθει- να δημιουργήσουν μια σοβαρή ομάδα νομοτεχνικής επεξεργασίας των κειμένων, τα οποία φέρνουν, για να μπορούμε να ξέρουμε τι ψηφίζουμε ή να μπορούμε να ξέρουμε ποια είναι η βάση, πάνω στην οποία αρνούμαστε ένα πράγμα;

Διότι, κύριοι συνάδελφοι του ΠΑΣΟΚ, πρέπει να σας πω ότι σε πολλές περιπτώσεις –και το έχω αντιμετωπίσει και προσωπικά ο ίδιος, παρά τα τόσα χρόνια μέσα στη Βουλή των Ελλήνων- είμαι αναγκασμένος να καταψηφίσω διατάξεις, γιατί δεν μπορώ να καταλάβω το περιεχόμενο. Γιατί δεν είναι μόνο η προχειρότητα και η ταχύτητα, με την οποίαν έρχονται ορισμένα πράγματα, αλλά είναι οι διατυπώσεις.

Αν δείτε, κύριε Υπουργέ, λόγω και του θεσμικού σας ρόλου, διατυπώσεις στο χθεσινό νομοσχέδιο, είναι μνημείο -και θα μείνουν για πάντα- αδυναμίας εφαρμογής αυτού του νόμου και από τις διοικητικές αρχές και από το δικαστή.

Έκανα αυτήν την αντιδιαστολή, για να αποδείξω ότι υπάρχουν δυνατότητες βελτίωσης. Η προχειρότητα που παρατηρείται σε τόσο κρίσιμα νομοσχέδια, όπως το χθεσινό, είναι εσκεμμένη. Εσκεμμένη προχειρότητα. Δεν μπορώ να το δικαιολογήσω διαφορετικά. Τόση ανικανότητα δεν μπορώ να την αποδεχθώ. Είναι επικίνδυνη και για τον τόπο ακόμα.

Βελτιώθηκε, λοιπόν, σημαντικά το νομοσχέδιο αυτό, παρά το γεγονός –το τονίζω- ότι παραμένουν ορισμένα ζητήματα και ορισμένες αοριστίες, τις οποίες πρέπει να δει κανείς. Εδώ, όμως, να μου επιτραπεί να κάνω μια γενικότερη ανάλυση, σε ό,τι αφορά την πορεία του Διεθνούς Δικαίου, την οποία πρέπει να παρακολουθήσουμε, κύριοι συνάδελφοι. Και πρέπει να την παρακολουθήσουμε, γιατί ολοένα και περισσότερο η ελληνική έννομη τάξη επηρεάζεται από κανόνες, οι οποίοι δεν παράγονται στον τόπο μας. Και δεν μιλάω μόνο για το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο. Το μεγαλύτερο σχεδόν μέρος της ελληνικής νομοθεσίας προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά εκεί τουλάχιστον και συμμετέχουμε ενεργά στην παραγωγή των κανόνων δικαίου μέσα στα κοινοτικά όργανα και, όπως και να το κάνουμε, υπάρχουν κυρωτικοί μηχανισμοί. Και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, σε επίπεδο νομοτεχνικής επεξεργασίας, βελτιώνεται συνεχώς.

Εκεί που τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά είναι στο Διεθνές Δίκαιο, στο πραγματικό Διεθνές Δίκαιο. Ολοένα και περισσότερες συνθήκες ψηφίζονται. Ολοένα και περισσότερο «εμπλουτίζεται» η ελληνική έννομη τάξη από κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Και εκεί θέλει ιδιαίτερη προσοχή, γιατί το Διεθνές Δίκαιο, αντί να κάνει βήματα προς τα εμπρός, κάνει βήματα προς τα πίσω.

Όλοι ξέρουμε, ιδίως εκείνοι που παροικούμε την Ιερουσαλήμ της νομικής επιστήμης -είτε της δικηγορίας είτε της δικαιοσύνης- ότι το Διεθνές Δίκαιο ξεκίνησε πάντοτε με ένα σημαντικό μειονέκτημα. Το σημαντικό του μειονέκτημα είναι ότι δεν είχε τους απαραίτητους κυρωτικούς μηχανισμούς. Ήταν –και παραμένει- ένα δίκαιο, το οποίο δεν έχει τους μηχανισμούς εκείνους, που μπορούν να επιβάλουν με όρους ισότητας και δικαιοσύνης την εφαρμογή των κανόνων, τους οποίους τα κράτη ψηφίζουν. Δεν μπορούν, επίσης, να επιβάλουν στα κράτη να αποδεχθούν τους κανόνες δικαίου, οι οποίοι παράγονται, δεδομένου ότι πολλά κράτη δεν έχουν κυρώσει αυτούς τους κανόνες, αυτές τις συνθήκες. Γι’ αυτό και η νομολογία του Δικαστηρίου της Χάγης έχει βρει αυτήν την οδό της δέσμευσης των κρατών και από τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, ακριβώς για να εξασφαλίσει όσο μπορεί την ισότητα της εφαρμογής των κανόνων -σημαντικών κανόνων- του Διεθνούς Δικαίου από κράτη που αρνούνται να ψηφίσουν τις σχετικές συμφωνίες.

Όπως και να έχει το πράγμα, ήταν και παραμένει το Διεθνές Δίκαιο ένα δίκαιο, χωρίς σημαντικούς κυρωτικούς μηχανισμούς. Μεγάλο μειονέκτημα. Σ’ αυτό ήρθε, όμως, τελευταία να προστεθεί και κάτι άλλο, το οποίο βλέπουμε στο συζητούμενο νομοσχέδιο και στο καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, αλλά και στην προσαρμογή στα επέκεινα, που έχουμε μπροστά μας αυτήν τη στιγμή: Είναι η ολοένα και διευρυνόμενη αοριστία του Διεθνούς Δικαίου. Δεν την είχαμε παλιά. Παρατηρήστε ότι τα προηγούμενα χρόνια οι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, οι διεθνείς συνθήκες είχαν περισσότερο συγκεκριμένες διατάξεις. Όσο περνάει ο καιρός, αποκτούν μια αοριστία. Και ξέρετε πολύ καλά ότι η αοριστία μαζί με την έλλειψη των κυρωτικών μηχανισμών, είναι ο θανάσιμος εχθρός της κανονιστικής δύναμης του δικαίου. Και αυτό πληρώνουμε και με αυτόν το νόμο, τον οποίο φέρνουμε σήμερα στην ελληνική έννομη τάξη.

Ο συνδυασμός, όμως, αυτών των δύο στοιχείων, της έλλειψης κυρωτικών μηχανισμών και της αοριστίας του ουσιαστικού Διεθνούς Δικαίου, μας οδηγεί σε ένα περαιτέρω επικίνδυνο φαινόμενο: Στην ασυδοσία, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του, στην υποκρισία, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του. Υποκρισία, την οποία ζούμε ακόμα και αυτές τις μέρες, τώρα που μιλάμε και για την οποία έγινε λόγος χθες μέσα σ’ αυτήν την Αίθουσα.

Σε τι συνίσταται η υποκρισία; Το βλέπετε. Βλέπετε χαρακτηριστικά ότι το Διεθνές Δίκαιο επιλεκτικά και μόνο εφαρμόζεται. Και όχι μόνο επιλεκτικά, αλλά όποτε, εκείνοι οι οποίοι έχουν τις δυνατότητες να κινούν τους μηχανισμούς εφαρμογής του θέλουν να το κάνουν, πράγμα το οποίο δεν εξαρτάται από κράτη και λαούς, οι οποίοι έχουν μικρότερες δυνατότητες.

Το βλέπουμε με την επέμβαση στη Λιβύη. Ορθώς έγινε. Δεν μπορεί να επιτρέπεται σε ένα διδάκτορα να ενεργεί με τον τρόπο που ενεργεί και δεν επιτρέπεται να αφήνεται ένας λαός, ο οποίος επιδιώκει τα δημοκρατικά του δικαιώματα, να είναι έρμαιο των ορέξεων ενός δικτάτορα. Μόνο που ξέρετε πολύ καλά, ακριβώς εξαιτίας των αδυναμιών του Διεθνούς Δικαίου, ποιοι είναι εκείνοι που ανέχτηκαν, έκαναν εταίρο το δικτάτορα αυτόν. Και όταν ήρθε η ώρα να τον αντιμετωπίσουν, τους επισείει τι; Ότι ήταν ακριβώς ο εταίρος τους. Ήταν εκείνος, τον οποίον αυτοί εμπιστεύτηκαν.

Επιτέλους, θα μάθει η Διεθνής Κοινότητα ότι η δημοκρατία είναι βασικό κεκτημένο όλων των λαών και πρέπει να το υπερασπιζόμαστε και, από εκεί και πέρα, δεν μπορούμε να ανεχόμαστε παρεκβάσεις κατά περίπτωση και επιλεκτικά;

Και ένα δεύτερο που αφορά τον τόπο μας, το λαό μας, το έθνος μας: Γιατί άραγε είναι τόσο ευαίσθητοι –και καλά κάνουν-σε θέματα που αφορούν δικαιώματα του ανθρώπου, όπως είναι αυτά στη Λιβύη, αλλά παραμένουν εντελώς αδιάφοροι σε μια από τις μεγαλύτερες παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου που υπάρχει στην Κύπρο. Σε μια χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει στρατό κατοχής, έχει το μόνο τείχος που υπάρχει αυτήν την στιγμή, αν όχι στον κόσμο, τουλάχιστον στην Ευρώπη. Για την Κύπρο και την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, των ψηφισμάτων της Γενικής Συνέλευσης και των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ποιος θα μιλήσει; Και γιατί άραγε εκεί μπορεί το δίκαιο να εφαρμόζεται αλλά στην Κύπρο όχι; Είναι αυτό που έλεγε ο Πασκάλ δηλαδή; Ότι αλλιώς είναι η δικαιοσύνη από τη μια πλευρά των Πυρηναίων και αλλιώς από την άλλη;

Μην με παρεξηγήσετε. Δεν κάνω παρέκβαση. Η ουσία του νομοσχεδίου μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε κατάματα την πραγματικότητα του Διεθνούς Δικαίου σήμερα. Έχουμε ένα Διεθνές Δίκαιο χωρίς κυρωτικούς μηχανισμούς, ένα αόριστο Διεθνές Δίκαιο. Αυτό οδηγεί σε αυθαιρεσίες, στην υποκρισία που σήμερα αντιμετωπίζουμε, γι’ αυτό πρέπει να είμαστε πολύ σκεπτικοί αλλά ταυτόχρονα και πολύ αποφασιστικοί σε δύο πράγματα: Όταν μετέχουμε στην παραγωγή του Διεθνούς Δικαίου, πρέπει να σηκώνουμε τη φωνή και να επιβάλλουμε αυτό που πιστεύουμε, ιδίως όταν έχουμε συμφωνίες ή συνθήκες που απαιτούν ομοφωνία και κυρίως, έστω και αν η φωνή μας δεν μπορεί να εισακουστεί όσο θα θέλαμε, να μην παύουμε να διευκρινίζουμε προς κάθε κατεύθυνση ότι επιθυμούμε την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου urbi et orbi, ιδίως σε θέματα που αφορούν στον τόπο και το λαό μας.

Από εκεί και πέρα, όπως τόνισα πριν, περιέχει σημαντικές διατάξεις. Καθιερώνει σημαντικά εγκλήματα το συζητούμενο νομοσχέδιο και το γεγονός, κύριε Υπουργέ, ότι το κάνετε σχετικά συγκεκριμένο, βοηθάει το δικαστή, ο οποίος θα εκαλείτο σε πολύ μεγάλης σημασίας εγκλήματα, να κρίνει εκ των ενόντων. Μην ξεχνάτε ότι αυτό το νομοσχέδιο -το τόνισε και η εισηγήτρια από πλευράς πλειοψηφίας- περιέχει διατάξεις που αφορούν γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου κατά προσώπων, εγκλήματα πολέμου κατά της ιδιοκτησίας, εγκλήματα που διεξάγονται με απαγορευμένες μεθόδους πολέμου, εγκλήματα που διεξάγονται με απαγορευμένα μέσα πολέμου. Αντιλαμβάνεστε, σε έναν τόπο σαν το δικό μας -που παραμένει πάντοτε ένας τόπος ο οποίος απειλείται και το ξέρετε και το ξέρουμε και από πού- πόση σημασία έχουν τέτοιες διατάξεις. Έγιναν συγκεκριμένες. Αλλά παρά το συγκεκριμένο των διατάξεων να είστε βέβαιοι ότι θα χρειαστεί πολύ προσπάθεια από την πλευρά του δικαστή, επίσης, για να μπορέσει να συγκεκριμενοποιήσει έτι περαιτέρω, όπως αρμόζει, τέτοιες διατάξεις.

Τρία σημεία μονάχα, κύριε Υπουργέ, είναι αυτά στα οποία διατηρώ, όπως σας είπα, κάποιες συγκεκριμένες επιφυλάξεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ψηφίζουμε τις σχετικές διατάξεις:

Το ένα αφορά στο άρθρο 15 το οποίο σχετίζεται με την παράλειψη αναγγελίας εγκλήματος. Σας διαβάζω «στρατιωτικός διοικητής, ή πολιτικός προϊστάμενος, ο οποίος παραλείπει να αναγγείλει αμελλητί στην αρμόδια για την έρευνα και δίωξη αρχή αξιόποινη πράξη». Απλώς «παραλείπει»; Ή θα πρέπει να προσδιορίσουμε μετά το «παραλείπει» –σας το είχα πει και στην επιτροπή- και τον βαθμό της υπαιτιότητας; Διότι το «παραλείπει» μπορεί να σημαίνει ότι το έκανε γιατί το αγνοούσε. Θα μου πείτε, η λέξη «παραλείπει» σημαίνει ότι το γνώριζε για να το κάνει. Πρέπει να το διευκρινίσουμε.

Εγώ θα έλεγα ότι παραλείπει από πρόθεση. Δεν εξηγείται διαφορετικά γιατί έχουμε ένα τέτοιο έγκλημα και τόσο βαρύ σε αυτές τις περιπτώσεις. Αυτό πρέπει να το δούμε. Και πρέπει να προσδιορίσουμε το βαθμό υπαιτιότητας, αλλιώς μια απλή παράλειψη –σε τέτοιες συνθήκες μάλιστα- θα μπορούσε να οδηγήσει έναν άνθρωπο να χαρακτηριστεί εγκληματίας και μάλιστα, σε επίπεδο πολέμου.

Η δεύτερη διάταξη είναι το άρθρο 17, το οποίο αφορά το δεδικασμένο. Τόνισα και επαναλαμβάνω: Είναι μία προνομιακή, κατά κάποιο τρόπο, μεταχείριση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Διότι στην περίπτωση αυτή το δεδικασμένο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου είτε σε ό,τι αφορά την καταδίκη είτε σε ό,τι αφορά την αθώωση ενός προσώπου, είναι δεδικασμένο το οποίο δεσμεύει τα υπόλοιπα δικαστήρια.

Δεν συμβαίνει το αντίστροφο με τις αποφάσεις που εκδίδουν, κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, τα ελληνικά ποινικά δικαστήρια, όταν εφαρμόζουν, δηλαδή, αυτήν τη ρύθμιση.

Και βεβαίως, είναι λογικό από την πλευρά του καταστατικού να τα λέει αυτά τα πράγματα. Διότι το καταστατικό τι θέλει να κάνει; Να θωρακίσει τη δικαιοδοσία και τα αποτελέσματα των αποφάσεων του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Πάντως, είναι μονομερής η αντιμετώπιση.

Θα μου πείτε, μπορούμε εμείς να επιβάλουμε στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ποια είναι η δικαιοδοσία του και ποια είναι η δύναμη δεδικασμένου την οποία θα έχει;

Κατ’ αρχάς, φαίνεται πως δεν είναι δυνατόν, γιατί αυτό συναρτάται με την εφαρμογή του ίδιου του καταστατικού. Θα μου επιτρέψετε, όμως, να πω ότι έστω και καθ’ υποφοράν, έπρεπε τουλάχιστον να εξαρτήσουμε την εκ μέρους μας αποδοχή του κανόνα αυτού του άρθρου 17 από ένα είδος αμοιβαιότητας σε σχέση με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, το οποίο οφείλει και αυτό να σέβεται το δεδικασμένο των δικαστηρίων των κρατών– μελών. Εκτός εάν συντρέχουν περιπτώσεις όπου θα είχαμε χώρα, τα δικαστήρια της οποίας θα ήθελαν να καταστρατηγήσουν ευθέως το καταστατικό και τις επέκεινα διατάξεις.

Τέλος, είναι το άρθρο 32, αυτή η γενική διάταξη στο τέλος. Σας το ξαναδιαβάζω όπως παραμένει, κύριοι συνάδελφοι: «Η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που αναγνωρίζονται και προστατεύονται από το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα».

Τι λέει αυτή η διάταξη; Αυτονόητη είναι. Lex imperfecta. Ένα ευχολόγιο. Για ποιο λόγο να τη βάλουμε; Είναι σαν να λέμε ότι όλο το άλλο νομοσχέδιο δεν έχει καμία σημασία. Βάζουμε αυτήν την κατακλείδα, για να σεβαστούμε τους κανόνες του υπόλοιπου νομοσχεδίου. Δεν ταιριάζουν τέτοιοι κανόνες μέσα σε ένα νομοσχέδιο, όταν έχουμε τις προηγούμενες διατάξεις και όταν, μετά τις τροποποιήσεις που επιφέρατε, γίνεται –όσο γίνεται τουλάχιστον- περισσότερο ορισμένο το νομοσχέδιο αυτό.

Η διάταξη αυτή, όπως εισάγεται στο άρθρο 32, δεν νομίζω ότι βλάπτει, με την έννοια ότι θα μας δημιουργήσει ανυπέρβλητα προβλήματα ερμηνείας. Όπως, όμως, και να το κάνουμε, είναι μία διάταξη η οποία δεν έχει κανέναν κυρωτικό μηχανισμό, είναι lex imperfecta. Αυτό προκύπτει και από τα υπόλοιπα ζητήματα τα οποία, νομίζω, αφορούν τις διατάξεις από το 1 έως το 31.

Μία τελευταία παρατήρηση κι ευχαριστώ για την ανοχή, κυρία Πρόεδρε.

Κύριε Υπουργέ, κάνατε ένα πολύ καλό βήμα με το να δεχθείτε τις παρατηρήσεις και να συγκεκριμενοποιήσετε τις διατάξεις αυτού του νομοσχεδίου, όσο ήταν δυνατόν αυτό το πράγμα. Αυτό είναι ένα καλό προηγούμενο και μία καλή πρακτική. Βεβαίως, δεν έχει έρθει ακόμα στην επιτροπή και δεν μπορούμε να έχουμε εικόνα για το πώς θα διαμορφωθεί στο τέλος. Όλοι, όμως, έχουμε πάρει μία ιδέα, από πλευράς δημόσιας διαβούλευσης, των διατάξεων του σχεδίου νόμου, που αφορά την ξενοφοβία και το ρατσισμό, τις διατάξεις περί εχθροπάθειας.

Ειλικρινά σας μιλώ, όπως είναι ανηρτημένο αυτήν τη στιγμή, δεν νομίζω πως μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι θα παραμείνει έτσι αυτό το νομοσχέδιο. Έχουν γίνει αρκετές παρατηρήσεις και θα γίνουν και στην επιτροπή. Εύχομαι όταν έρθει –αν έρθει- αυτό το νομοσχέδιο που είναι ανηρτημένο στο site του Υπουργείου, το οποίο –σας το τονίζω- μας βάζει σε πάρα, μα πάρα πολλές σκέψεις και σε ένα μεγάλο προβληματισμό –και ελπίζω και πριν από την εισαγωγή του στην Επιτροπή να βελτιωθεί- στην επιτροπή, να ακολουθήσετε τον ίδιο δρόμο που ακολουθήσατε κι εδώ. Διότι η καλή νομοθέτηση και ιδίως η καλή εφαρμογή των νόμων, δεν είναι μόνο αγωνία δική σας, αλλά μέλημα και χρέος όλων ημών, που υπηρετούμε τη Βουλή των Ελλήνων.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
………….

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Βύρων Πολύδωρας): Ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας, κ. Παυλόπουλος μου είπε ότι έχει μία παρατήρηση.

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[2]: Μία παρατήρηση μόνο έχω να κάνω, κύριε Πρόεδρε.
Κύριε Υπουργέ, δεν θα δευτερολογήσω, γιατί δεν έχει νόημα. Όπως είπα, υπερψηφίζουμε το νομοσχέδιο και επί της αρχής. Υπερψηφίζουμε και όλα τα άρθρα.

Όμως, μιας και αναφερθήκατε στο άρθρο 32 και είπατε ότι παρά το ότι ουσιαστικά είναι μια λέξη perfecta, εντούτοις είναι η sedes materiae και η λυδία λίθος πάνω στην οποία στηρίζεται η ερμηνεία αρκετών από τις διατάξεις –σχεδόν όλων των διατάξεων- σε ό,τι αφορά την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων. Έχω την εντύπωση ότι σε αυτήν την περίπτωση, για να είναι πληρέστερη η προστασία αυτή και για να είναι η έμπνευση που προέρχεται από το άρθρο αυτό όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη, πρέπει να κάνουμε δύο αλλαγές, δηλαδή να προσθέσουμε κατά βάση δύο λέξεις.

Είναι σαφές πως αν είναι έτσι, δεν μπορούμε να παραβιάσουμε εκείνες τις αρχές, γιατί παραβιάζουμε ταυτόχρονα θεμελιώδη δικαιώματα. Πρόκειται για δικαιώματα που δεν προστατεύονται μόνο από το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Υπάρχουν και άλλοι κανόνες που προστατεύουν τέτοια δικαιώματα.

Κατόπιν τούτου, σας προτείνω, πρώτον, μετά τη λέξη «προστατεύονται» να προστεθεί η λέξη «ιδίως». Δηλαδή «η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που αναγνωρίζονται και προστατεύονται ιδίως από το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου» -σβήνει το «και» - «το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα». Εδώ πρέπει να προσθέσουμε, με βάση το άρθρο 28, παράγραφος 1 του Συντάγματος, «και τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου».

Είναι γνωστό ότι τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες Διεθνούς Δικαίου, τους οποίους αναγνωρίζουμε ανεξάρτητα από τις συμβάσεις που έχουμε υπογράψει –και αυτό είναι το μεγάλο τους πλεονέκτημα- πρέπει να τους αναφέρουμε. Και πρέπει να τους αναφέρουμε, γιατί είναι γνωστό ότι πολλές από τις συμβάσεις κάποια κράτη δεν τις έχουν υπογράψει και θεωρούν ότι δεν δεσμεύονται.

Η νομολογία, όπως τόνισα και στην πρωτολογία μου, του Διεθνούς Δικαστηρίου έχει πει ότι ανεξάρτητα από το αν έχει υπογράψει ή δεν έχει υπογράψει ένα κράτος –παραδείγματος χάριν η Τουρκία- τέτοιου είδους συμβάσεις, δεσμεύεται από αυτούς τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Πολλοί από τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες Διεθνούς Δικαίου περιέχουν τέτοιες διατάξεις που προστατεύουν θεμελιώδη δικαιώματα. Νομίζω ότι θα ήταν μια καλή γενική ασπίδα να προσθέσουμε και αυτούς τους κανόνες, πράγμα άλλωστε που προκύπτει για εμάς και από το άρθρο 28, παράγραφος 1 του Συντάγματος.

Θα σας πρότεινα, λοιπόν, χωρίς να σημαίνει ότι χωρίς αυτές τις προσθήκες δεν ψηφίζουμε το άρθρο, αυτήν τη σχετικοποίηση σε ό,τι αφορά την προσθήκη της λέξης «ιδίως» και τη συμπλήρωση με την προσθήκη των «γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων Διεθνούς Δικαίου» στο τέλος.

Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.

………………..


[1] Σελ. 8094, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d /es20110323.pdf
[2] Σελ. 8127, ό.π.