Αν θέλετε να μάθετε ποιες είναι οι πιο αξιόπιστες στοιχηματικες εταιριες στον κόσμο τότε μπορείτε να διαβάσετε τις πιο έγκυρες αξιολογήσεις για εταιριες στοιχηματων με πολλές πληροφορίες για υπηρεσίες και τα στοιχηματικά μπόνους εγγραφής που δίνουν. Δείτε τη σελίδα και συλλέξτε τις δυνατές γνώσεις για να επιβιώσετε στο χώρο του διαδικτυακού παιχνιδιού.














Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις

7-12-2010 Α. Αγόρευση κ. Π. Παυλόπουλου κατά τη συζήτηση σν του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις». (Επί της αρχής).

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]: Ευχαριστώ, κυρία Πρόεδρε. Θα μου επιτρέψετε, επειδή δεν αξιοποιούμε συνήθως τις δευτερολογίες, να χρησιμοποιήσω σε ένα τόσο σημαντικό νομοσχέδιο λίγο παραπάνω χρόνο από τη δευτερολογία μου.
     Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αναμφισβήτητα έχουμε να κάνουμε με ένα πάρα πολύ σημαντικό νομοσχέδιο, σε μία πολύ κρίσιμη συγκυρία. Είναι ένα νομοσχέδιο, το οποίο η Νέα Δημοκρατία υπερψηφίζει επί της αρχής, γιατί πράγματι χρειάζεται επιτάχυνση της διοικητικής δίκης, η οποία είναι αναγκαία όχι μόνο για το συμφέρον του δημοσίου στους δύσκολους καιρούς, αλλά γιατί και οι ίδιοι οι διάδικοι έχουν κάθε συμφέρον να εκδίδονται οι αποφάσεις με ταχύτητα, αφού η μη έκδοση αποφάσεων με ταχύτητα οδηγεί σε αρνησιδικία.
     Τούτων ούτως εχόντων, όμως, δεν μπορώ στο νομοσχέδιο αυτό να μην εκφράσω ορισμένους προβληματισμούς, τους οποίους θα συναντήσουμε μπροστά μας. Γιατί αντιλαμβάνομαι την ανάγκη επιτάχυνσης, την ιδιομορφία των καιρών, το φόρτο των διοικητικών δικαστηρίων και ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας, πλην όμως πρέπει πάντοτε να έχουμε προ οφθαλμών το γεγονός ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να κάνουμε εκπτώσεις στο Σύνταγμα και ουδέποτε μπορούμε να αγγίξουμε τον πυρήνα βασικών συνταγματικών δικαιωμάτων. Οι παρατηρήσεις και επιφυλάξεις τις οποίες θα διατυπώσω, αφορούν περιορισμούς του δικαιώματος δικαστικής προστασίας όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 20, παράγραφος 1 του Συντάγματος και από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

     Το λέω αυτό, γιατί πράγματι πολλές από τις διατάξεις εισάγουν σημαντικούς περιορισμούς στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Και είναι γνωστό ότι και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει πολύ πρόσφατα αποφανθεί για τα θέματα αυτά και έχει πει ότι οποιαδήποτε δημοσιονομική συγκυρία δεν θα μπορούσε να αποτελέσει κλίνη του Προκρούστη, πάνω στην οποία ο πυρήνας του δικαιώματος δικαστικής προστασίας θα ήταν δυνατόν να ακρωτηριαστεί.
     Και εξηγούμαι. Θυμίζω προς το Σώμα ότι πολύ πρόσφατα με δύο αποφάσεις, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου -η μία ήταν το 2008, Μεϊδάνης κατά Ελλάδος και η άλλη το 2009, Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος- είπε ότι η δημοσιονομική κατάσταση και συγκυρία και οι δημοσιονομικές ανάγκες δεν μπορούν, in globo, να αποτελέσουν δημόσιο συμφέρον τέτοιας μορφής, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει όχημα για την παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
     Το ίδιο είπε και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας -και απευθύνομαι και στα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας-με μία κρίσιμη απόφαση της ολομέλειας, την 1663/2009, αλλά και με την απόφαση 6 του 2010. Είπε, δηλαδή, ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν, το ταμειακό συμφέρον να νοηθεί ως γενικότερο δημόσιο συμφέρον, το οποίο μπορεί να παραβιάσει τις θεμελιώδεις αρχές του άρθρου 4, παράγραφος 1, δηλαδή της ισότητας, σε συνδυασμό με το άρθρο 20, παράγραφος 1, το οποίο εγγυάται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Αυτή είναι η πραγματικότητα και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις διατάξεις αυτές.
     Είμαι δε βέβαιος ότι μολονότι το Συμβούλιο της Επικρατείας σε μία προσπάθεια επιτάχυνσης της διοικητικής δικαιοσύνης -αυτό είναι η αλήθεια- σε αρκετές περιπτώσεις με τις ίδιες τις διατάξεις που αυτό εισηγήθηκε, θα βρεθεί κάποιες στιγμές αντιμέτωπο. Εύχομαι, πραγματικά, η ερμηνεία που θα δώσει σε αυτές τις διατάξεις, τις οποίες σήμερα ψηφίζουμε -τονίζω ότι τις υπερψηφίζει η Νέα Δημοκρατία- να είναι τέτοια, ώστε τουλάχιστον η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των διατάξεων αυτών να οδηγεί πάντοτε προς την κατεύθυνση της εφαρμογής εκείνης, η οποία οδηγεί προς την ενίσχυση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και όχι προς την κατεύθυνση της απομείωσής του.
     Θα αναφέρω ορισμένα παραδείγματα προβληματισμών που δημιουργούνται. Τονίζω ότι δεν έπεται πως οι προβληματισμοί αυτοί σηματοδοτούν πάντοτε ζητήματα αντισυνταγματικότητας. Πάντως είναι προβληματισμοί, τους οποίους οφείλω να καταθέσω, γιατί σχετίζονται με το ότι το νομοσχέδιο, το οποίο σήμερα ψηφίζουμε, αλλάζει σε σημαντικό βαθμό την όλη φυσιογνωμία της διοικητικής δικονομίας και ιδίως της διοικητικής δικονομίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και είναι μια δικονομία, η οποία, όπως ξέρουμε, διαπλάστηκε εν πολλοίς ή σχεδόν εξ ολοκλήρου από την ίδια τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
     Οφείλω επίσης, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να καταθέσω ότι πάντοτε η πολιτεία -και αυτό είναι διαχρονικό και είναι προς τιμήν της- έστερξε να ακούσει τα κελεύσματα του Συμβουλίου της Επικρατείας και να υιοθετήσει τις απόψεις, οι οποίες οδήγησαν πολλές φορές σε διατάξεις, οι οποίες ψηφίστηκαν.
    Ποιες είναι αυτές οι διατάξεις που δημιουργούν προβληματισμό; Θα τις δούμε στα άρθρα. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένες απ’ αυτές.
     Το άρθρο 1. Πολύ σωστή η πρωτοβουλία για την πιλοτική δίκη. Είναι ένας τρόπος ενιαίας επίλυσης και ταχείας επίλυσης πολλών και σημαντικών διαφορών. Να δούμε, όμως, στην πράξη πώς θα λειτουργήσει αυτή η διάταξη, γιατί ο μεγάλος αριθμός παρεμβαινόντων πολλές φορές θα οδηγεί ενδεχομένως σε καθυστερήσεις. Αυτό πρέπει να το δούμε στην πράξη. Ίσως εκεί το Συμβούλιο της Επικρατείας με τη νομολογία του θα πρέπει κατά κάποιο τρόπο να περιορίσει τον αριθμό των παρεμβαινόντων κατά τρόπο ώστε να μην οδηγηθούμε στο αντίθετο αποτέλεσμα.
     Σπεύδω δε από τώρα να πω, ότι θα σας προτείνω μία σύνδεση στο σημείο αυτό του άρθρου 1 με το άρθρο 12, έτσι ώστε να μπορέσουμε μέσω της πιλοτικής δίκης να απαλύνουμε τα προβλήματα που δημιουργούνται εξαιτίας του ότι με το άρθρο 12 δημιουργούμε την έννοια του «προηγουμένου», το οποίο αποτελεί ένα τρόπο με τον οποίο η νομολογία είναι δυνατόν από ένα σημείο και πέρα να σταματήσει να μην εξελίσσεται.
     Έρχομαι στο άρθρο 3. Το άρθρο 3, όπως είναι γνωστό, καθιερώνει τη γνωμοδοτική παρέμβαση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους επί ποινή απαραδέκτου σε ό, τι αφορά το ζήτημα, το οποίο σχετίζεται με την άσκηση αναιρέσεως. Ξέρω ότι γίνεται με αγαθή πρόθεση αυτή η πρόταση, να γνωμοδοτεί το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αν θα πρέπει να ασκηθεί αναίρεση ή όχι.
     Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θεωρώ ότι το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ύστερα μάλιστα από τις περιπέτειες που είχε και με τη Μονή Βατοπεδίου και με άλλα, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να πει να μη γίνει αναίρεση. Ενώ τώρα ασκείται αναίρεση, αλλά έχει την ευθύνη, αν βλέπει στην πορεία ότι η αναίρεση αυτή είναι κάτι το οποίο δεν «τραβάει» -για να το πω έτσι- και έρχεται και λέει να παραιτηθεί το δημόσιο.
     Και εγώ ως Υπουργός πολλές φορές είχα παραιτηθεί από αναιρέσεις που δεν είχαν νόημα. Τώρα θα λέει «ναι» μονίμως. Άρα δεν πρόκειται να έχουμε καμία εξοικονόμηση αναιρέσεων και δεν πρόκειται να παραιτείται, αφού θα έχει πει «ναι».
     Επιπλέον, θέλω να τονίσω ότι η εξοικονόμηση αφορά μικρό μέρος αναιρέσεων, γιατί πολλά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δεν έχουν εκπροσώπηση μέσω του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και εκεί δεν ισχύει η ρύθμιση, την οποία έχουμε βάλει εδώ.
     Άρθρο 6. Εδώ θα σταθώ λίγο περισσότερο. Καταργείται ουσιαστικά μέσα από το άρθρο 6 ένας εμβληματικός θεσμός για το Συμβούλιο της Επικρατείας, εμβληματικός θεσμός για το ανακριτικό σύστημα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και μιλάω για τον εισηγητή. Δεν ισχύει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ισχύει μόνο για το Συμβούλιο της Επικρατείας. Είναι ένας θεσμός που από το 1929 έχει ισχύσει και έχει αποδώσει πολλά.
    Αντιλαμβάνομαι γιατί γίνεται αυτός ο περιορισμός. Δηλαδή ότι θα είναι μόνο μια ιστορική αναφορά σε ό, τι αφορά το περιεχόμενο της υπόθεσης. Σας διαβεβαιώ όμως ότι αυτό σημαίνει μια αλλαγή της φυσιογνωμίας του ίδιου του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλαγή φυσιογνωμίας, η οποία είναι πραγματικά-επιτρέψτε μου να το πω- αλλαγή από τη ρίζα.
     Γιατί το Συμβούλιο της Επικρατείας πλέον δεν θα έχει έναν εισηγητή του οποίου η εισήγηση -το τονίζω- ήταν υπέρ της αρχής της νομιμότητας και του κράτους δικαίου, γιατί βοηθούσε στην ανεύρεση της αλήθειας και της νομιμότητας και για το συμφέρον των διαδίκων και για το συμφέρον του ίδιου του δημοσίου. Ο εισηγητής βοηθούσε πάρα πολλές φορές τους ίδιους τους παραστάτες του δημοσίου να μπορέσουν να υπερασπιστούν τις υποθέσεις αυτές.
     Αυτό καταργείται. Αντιλαμβάνομαι τους λόγους, επισημαίνω μόνο αυτήν τη σημαντική αλλαγή όσον αφορά το Συμβούλιο της Επικρατείας και δεν με πείθει. Το λέω επειδή διάβασα το πρακτικό του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εγώ θα προτιμούσα να είναι πιο ειλικρινές και να πει ότι «δεν μπορούμε να αντέξουμε το βάρος του εισηγητή υπό αυτές τις συνθήκες». Οι δύο αποφάσεις που αναφέρει στο πρακτικό του το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι δήθεν είναι εκείνες που επιβάλλουν αυτήν την αλλαγή, δη-λαδή οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - η μία η Kress κατά Γαλλίας και η άλλη η Martini κατά Γαλλίας- δεν είναι έτσι όπως τις αναφέρει το πρακτικό.
     Εκεί υπήρχε το ζήτημα του commissaire du gouvernement στη Γαλλία, ο οποίος έκανε εισήγηση, αλλά δεν την κοινοποιούσε στους διαδίκους. Και αυτό είναι εκείνο το οποίο κάκισε -για να το πω έτσι- με βάση το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
     Εδώ όμως δεν συμβαίνει αυτό. Ο εισηγητής στην Ελλάδα -και ορθώς και αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα- προ τριών ημερών καταθέτει την εισήγησή του. Επομένως, υπάρχει η αντιμωλία την οποία δεν έχει το γαλλικό δίκαιο και γι’ αυτό το λόγο δεν είναι αυτή η αιτία Δεν προσαρμοζόμαστε σε νομολογία. Δεν κινδυνεύαμε να καταδικαστούμε κατά τα πρότυπα των αποφάσεων Kress και Martini.
     Να είμαστε ειλικρινείς λοιπόν. Καταργείται ο θεσμός, διότι στον τομέα αυτό πρέπει να υπάρξει εξοικονόμηση χρόνου στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το αποδεχόμαστε, αλλά τονίζω την αλλαγή της φυσιογνωμίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και εύχομαι να πάνε καλύτερα τα πράγματα και ο θεσμός του εισηγητή εδώ, στο Συμβούλιο της Επικρατείας, μια μέρα να ξαναγυρίσει.

Όσον αφορά το άρθρο 7 σας τόνισα, κύριε Υπουργέ, ότι εκεί πρέπει να προσθέσετε τη δυνατότητα των διαδίκων, όταν υπάρχει αυτή η απόφαση της τριμελούς επιτροπής του Συμβουλίου της Επικρατείας για το προφανώς απαράδεκτο, να υπάρχει η δυνατότητα υποβολής υπομνήματος εκ μέρους του διαδίκου. Αυτό είναι ένα σημαντικό δικαίωμα ακροάσεως, το οποίο πρέπει να τηρείται, να υποβάλει ένα υπόμνημα, για να μπορεί να εκφράσει τις απόψεις του ως προς το ότι δεν είναι προφανώς απαράδεκτο.
     Άρθρο 9. Ο εικοσαπλασιασμός του παραβόλου ως κύρωση είναι μια υπερβολική ποινή, εξοντωτική ποινή πραγματικά, η οποία νομίζω -στο σημείο αυτό- ότι δεν έχει καμία θέση με βάση το άρθρο 20 του Συντάγματος, τη στιγμή κατά την οποία το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια έχουν ένα θεσμό στα χέρια τους που μπορούν να τον αξιοποιήσουν σημαντικά, δηλαδή να αξιοποιήσουν το θεσμό των δικαστικών εξόδων. Είναι προτιμότερο μέσω των δικαστικών εξόδων να είναι εναντίον των προπετών διαδίκων, παρά να έχουμε τον εικοσαπλασιασμό, ο οποίος νομίζω ότι οδηγεί σε άλλα ζητήματα τα οποία δεν ταιριάζουν με τη φυσιογνωμία της διοικητικής δίκης.
     Άρθρο 12. Εδώ είναι πραγματικά σημαντικές οι διαφορές που έχουμε. Αποδέχομαι και αποδεχόμαστε το γεγονός ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας στο σημείο αυτό θέλει να μη δημιουργούνται αναιρέσεις που γίνονται εική και ως έτυχε. Σας θυμίζω ότι το άρθρο 12 είναι εκείνο το οποίο καθιερώνει την αρχή, σύμφωνα με την οποία επί ποινή απαραδέκτου και σε επίπεδο αναίρεσης και σε επίπεδο έφεσης πρέπει να αποδεικνύεις είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία είτε ότι η απόφαση παραβιάζει αντίθετη νομολογία ήδη υφιστάμενη, για να μπορέσει να είναι παραδεκτή η αναίρεση ή η έφεση.
    Σας διαβεβαιώ ότι εδώ εισάγουμε τον αγγλοσαξονικής προέλευσης θεσμό του «προηγουμένου». Στο μεσευρωπαϊκό χώρο, όπως είναι γνωστό, δεν υπάρχει ο θεσμός αυτός. Πολύ φοβάμαι ότι η νομολογία θα σταματήσει να εξελίσσεται. Αντιλαμβάνομαι τους λόγους για τους οποίους το Συμβούλιο της Επικρατείας εισηγείται αυτό και η Κυβέρνηση το αποδέχεται. Νομίζω πως έχουμε μια διέξοδο, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι και, κύριε Υπουργέ, να αποφύγουμε ορισμένα ζητήματα που αφορούν την ακινησία της νομολογίας.
     Να συνδέσουμε -γι’ αυτό το είπα από την αρχή- το άρθρο 1 με το άρθρο 12 ως εξής: Στο άρθρο 1, όταν λέει ότι η πιλοτική δίκη μπορεί να γίνεται με απόφαση της επιτροπής, μπορεί να γίνεται για ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος ή που αφορούν πολλές περιπτώσεις, η έννοια του γενικότερου ενδιαφέροντος -και αυτό ή μπορούμε να το βάλουμε στην ίδια τη διάταξη ή να το πει ο Υπουργός για να υπάρχει στα Πρακτικά της Βουλής- μπορεί να αφορά ζήτημα αλλαγής της νομολογίας. Οπότε με τον τρόπο αυτό θα ήταν δυνατόν το Συμβούλιο της Επικρατείας, όποτε κρίνει ότι μια νομολογία έχει ξεπεραστεί από τα πράγματα ή μπορεί να προέκυψε και άρα η νομολογία αυτή πρέπει να αλλάξει, τουλάχιστον με τον τρόπο αυτό να έχει το ίδιο την πρωτοβουλία της αλλαγής αυτής.
     Τα άρθρα 13 και 48 τα βάζω μαζί. Σας διαβεβαιώ ότι εδώ με προβληματίζει πάρα πολύ η εξέλιξη της δίκης σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, δηλαδή ουσιαστικά η κατάργηση της εφέσεως. Ναι, είναι αποδεκτό αυτό. Το ξέρουμε και με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπό τον όρο ότι είναι ανώτερο το δικαστήριο. Και είναι σε πολλές περιπτώσεις ανώτερο το δικαστήριο όταν δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, δηλαδή το εφετείο.
     Με προβληματίζει όμως η έκταση της κατάργησης της έφεσης γενικότερα, όπως με προβληματίζει και το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις δικάζει το εφετείο με μονομελή σύνθεση. Έχει δεχθεί η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όλα αυτά τα πράγματα, αλλά σας τονίζω ότι τα έχει δεχθεί με τη μορφή της συλλογικότητας του ανώτερου δικαστικού οργάνου, το οποίο δικάζει. Η μονομελής σύνθεση με προβληματίζει και τονίζω ότι αυτό ενδεχομένως πρέπει να το δούμε.
    Έρχομαι στο άρθρο 20. Εκεί δεν είναι θέμα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η εισήγηση προήλθε από άλλη πλευρά, αλλά σας διαβεβαιώ ότι στο άρθρο 20 έχουμε πολλά και σημαντικά προβλήματα σχετικά με το ανακριτικό σύστημα
     Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σε τρία τουλάχιστον σημεία το άρθρο 20 καταδικάζει το ανακριτικό σύστημα σε πλήρη απραξία Πρώτα- πρώτα ξέρουμε ότι ο διοικητικός δικαστής, δικαστής της νομιμότητας είχε ένα μεγάλο πλεονέκτημα, να εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγους και να μην εξαρτάται η δίκη από την καλή πρόθεση των διαδίκων, γιατί ο διοικητικός δικαστής δεν δικάζει σε secundum allegata et probata . Δικάζει ο δικαστής, επιδιώκοντας να βρει τη νομιμότητα, να αποκαταστήσει τη νομιμότητα να υπερασπιστεί το κράτος δικαίου. Εδώ βλέπουμε ότι ο αυτεπάγγελτος έλεγχος περιορίζεται μόνο σ’ ένα λόγο, στην παράβαση δεδικασμένου. Το θεωρώ υπερβολικά περιοριστικό. Με προβληματίζει ιδιαιτέρως. Όλοι οι άλλοι λόγοι δεν εξετάζονται αυτεπαγγέλτως.
    Ύστερα, στο ίδιο άρθρο, οι λόγοι της εξωτερικής νομιμότητας, που είναι πολύ σημαντικοί, δεν είναι μόνο τυπικοί λόγοι πολλές φορές. Δηλαδή η παράβαση ουσιώδους τύπου και διαδικασίας εξετάζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος αποδεικνύει ο ίδιος ότι υφίσταται βλάβη, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί, παρά μόνο αν εξεταστεί η εξωτερική νομιμότητα. Τον θεωρώ υπερβολικό τον περιορισμό αυτό.
     Εκεί όμως, κύριε Υπουργέ, που έχω σημαντική πλέον, όχι νομική, αλλά συνταγματική αντίρρηση είναι η διάταξη του συγκεκριμένου άρθρου, στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ, λέτε -και αυτό είναι λάθος, το τονίζω- ότι όπου υπάρχει διακριτική ευχέρεια στις φορολογικές δίκες και παρέλειψε να την ασκήσει το διοικητικό όργανο, μπορεί να την ασκήσει πρωτογενώς ο διοικητικός δικαστής. Αυτό είναι αδιανόητο.
     Ο διοικητικός δικαστής κάνει, όπως γνωρίζουμε, ξανά το διοικητικό συλλογισμό, που έκανε το διοικητικό όργανο, για να εκδώσει την πράξη. Αυτή είναι η ιδιομορφία της διοικητικής δίκης. Κάνει ξανά, λοιπόν, το διοικητικό συλλογισμό με μία εξαίρεση. Δεν μπορεί να κάνει συλλογισμό σε ό, τι αφορά την άσκηση διακριτικής ευχέρειας, γιατί αυτό είναι παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.
     Τη διακριτική ευχέρεια μπορεί να την ασκήσει μόνο το διοικητικό όργανο και το δικαστήριο μπορεί να ελέγξει μόνο την υπέρβαση ακραίων ορίων. Η πλήρης άσκηση της διακριτικής ευχέρειας είναι αδιανόητη. Αυτή τη διάταξη, κύριε Υπουργέ, πρέπει να την δείτε. Θα πούμε αύριο στα άρθρα ότι αυτό το σημείο θα πρέπει να το ξαναδούμε.
     Στο άρθρο 22, επιπλέον η αντίρρηση είναι βασική από την πλευρά μας. Είναι αδιανόητο, σε σχέση με τη δικαστική προστασία -το τονίζουμε- να υπάρχει η προϋπόθεση του παραδεκτού στην άσκηση της εφέσεως, το να έχεις καταβάλει το 50% του ποσού που έχει επιδικαστεί πρωτοδίκως στις φορολογικές δίκες.
     Είναι εξοντωτικό αυτό το οποίο γίνεται. Είναι εξοντωτική αυτή η προϋπόθεση. Τονίζω, λοιπόν, ότι αυτή η προϋπόθεση, όχι μόνο δεν μας βρίσκει σύμφωνους, αλλά θεωρούμε ότι παραβιάζει τον ίδιο τον πυρήνα του άρθρου 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος.
     Σε ό, τι αφορά τώρα το άρθρο 34 -και εκεί έχουμε σημαντική αντίρρηση -υπενθυμίζω στο Σώμα- θα το δούμε και αύριο- ότι πλέον η προσωρινή δικαστική προστασία χορηγείται μόνο -το τονίζω- στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο διάδικος επικαλείται ανεπανόρθωτη και όχι δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη, και αποδεικνύει την ανεπανόρθωτη βλάβη. Υπερβολικός περιορισμός.
     Και σας θυμίζω ότι προσωρινή δικαστική προστασία κατοχυρώνεται συνταγματικώς με βάση το άρθρο 20 παράγραφος 1, αλλά πλέον μετά την απόφαση Τζόνστον, έχει και κοινοτικό υπόβαθρο. Δηλαδή έχουμε uno actu παράβαση και του άρθρου 20 παράγραφος 1 και του Κοινοτικού Δικαίου. Και όταν έχουμε παράβαση του Κοινοτικού Δικαίου, λόγω της ιδιομορφίας της σχέσης τυπικού νόμου και Κοινοτικού Δικαίου, στην πραγματικότητα έχουμε και παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος.
     Στο άρθρο 45, νομίζω επίσης ότι τα παράβολα είναι υπερβολικά και πέρα και έξω από τη λογική του άρθρου 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος.
     Τονίζω, κύριε Υπουργέ, και τελειώνω με αυτό, ότι στο άρθρο 49, πρέπει να υπάρξει μια μεταβολή σχετικά με τις διοικητικές διαφορές, οι οποίες αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων του Κώδικα Ιθαγενείας. Νομίζω, ότι σε μία πρώτη φάση και μέχρις ότου ενοποιηθεί η νομολογία, θα πρέπει να υπάρχει αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις διαφορές που σχετίζονται για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας. Πρέπει το Συμβούλιο της Επικρατείας σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα το οποίο αφορά την ιθαγένεια, να διαμορφώσει τους κανόνες ερμηνείας των διατάξεων του Κώδικα σχετικά με την ελληνική ιθαγένεια. Και δεν μπορεί οι διατάξεις αυτές να πάνε στα διοικητικά δικαστήρια και μέχρι να φτάσουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας -αν φτάσουν και όπως φτάσουν- να έχουν δημιουργηθεί διαφορετικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του Κώδικα σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα.
     Τονίζω -και κλείνω με αυτό σαν σε επίλογο- ότι όλες αυτές οι επιφυλάξεις που εξέφρασα σας διαβεβαιώ είναι ειλικρινείς επιφυλάξεις. Ψηφίζουμε επί της αρχής το νομοσχέδιο, αλλά θα θέλαμε να τις δούμε μέχρι το τέλος όλες αυτές τις διατάξεις. Διότι ενδεχομένως, η μη εφαρμογή ορισμένων από αυτές από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφού μπορεί ν’ αλλάξει άποψη σε σχέση με αυτό που λέει τώρα και οδηγούμενη η ίδια στη διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας, ίσως να μην μπορέσει να βοηθήσει προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης της διαδικασίας, που είναι και ο βασικός στόχος, για τον οποίο εισάγεται το νομοσχέδιο αυτό στη Βουλή και για τον οποίον και εμείς το υπερψηφίζουμε.
Σας ευχαριστώ και ζητώ συγγνώμη για την υπέρβαση του χρόνου, κυρία Πρόεδρε.

 

[1] Σελ. 2247, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es20101207.pdf