Η δοκιμασία των δικαιωμάτων
Στην εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 4/7/2010
Μια ιδιαίτερα σημαντική πτυχή των επιπτώσεων της εξελισσόμενης δεινής παγκόσμιας οικονομικής κρίσης είναι και εκείνη, που με την ιδιοσυστασία της υφής της επιτείνει την εδώ και καιρό, είναι η αλήθεια, υποβόσκουσα δοκιμασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Δοκιμασία, με την έννοια της συρρίκνωσης της προστατευτικής δύναμης που είναι θεσμικώς προορισμένα να διασφαλίζουν. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να θίγεται, γι’ αρκετά απ’ αυτά, ως και ο πυρήνας τον οποίο εγγυάται η, κατά περίπτωση, κανονιστική τους υπόσταση.
Ι. Τρεις ακόμη, απαραίτητες πιστεύω, εισαγωγικές παρατηρήσεις:
Α. Πρώτον, το φαινόμενο δεν είναι μόνον ελληνικό. Πλην όμως στην έννομη τάξη μας, στο κοινωνικό μας σύνολο και στην πολιτική μας ζωή αυτό το φαινόμενο αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις, λόγω των συνεπειών –μοναδικών, τουλάχιστον, για χώρα της ευρωζώνης- του «Μνημονίου» και της ελεγκτικής παρουσίας της «Τρόικας», ιδίως δε των «καυδιανών δικράνων» του ΔΝΤ, τα οποία «στήθηκαν» με ευθύνη της Κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου.
Β. Δεύτερον. Η συρρίκνωση αυτή των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι πια τόσο περισσότερο αισθητή και επικίνδυνη όσο αγγίζει, ολοένα και περισσότερο, πρωτίστως πολλά από τα συνταγματικώς –υπό την ευρεία του όρου έννοια- κατοχυρωμένα δικαιώματα. Μια τέτοια εξέλιξη είναι πρωτόγνωρη για την περίοδο μετά την μεταπολίτευση.
Γ. Τρίτον, δεν έχει δοθεί, ως σήμερα, η δέουσα προσοχή σ’αυτή την επικίνδυνη δοκιμασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ίσως διότι άλλες, πιο άμεσες, πιο ορατές και, γι’ αυτό, πιο εύκολα ανιχνεύσιμες επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης απασχολούν το κοινωνικό σύνολο και τους αναλυτές της. Πιστεύω, όμως, πως είναι ώρα να σταλεί ένα ηχηρό σήμα κινδύνου προς κάθε κατεύθυνση, με δεδομένο το ότι αφενός ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου προσδιορίζει καθοριστικά τη στάθμη της ίδιας της ποιότητας της δημοκρατίας μας. Και, αφετέρου, κάθε εφησυχασμός και επανάπαυση μπορούν ν’ αποβούν μοιραίες όταν τ’ αποτελέσματα της θεσμικής και πολιτικής κρίσης γίνουν περισσότερο αισθητά. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι ο άνθρωπος, ως άτομο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, ο άνθρωπος, ως υποκείμενο δικαιωμάτων αλλά και των απαραίτητων για την ομαλή κοινωνική συμβίωση υποχρεώσεων, ο οποίος συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο του δημοκρατικού οικοδομήματος. Η σύγχρονη δημοκρατία και ο σύγχρονος πολιτισμός δυτικού τύπου έχουν, κατ’ εξοχήν, ανθρωποκεντρικές διαστάσεις.
ΙΙ. Θα επιχειρήσω λοιπόν, στο πλαίσιο του σύντομου αυτού σημειώματος, να παραθέσω ορισμένα –κατά τη γνώμη μου αρκούντως χαρακτηριστικά- παραδείγματα δοκιμαζόμενων δικαιωμάτων. Και μένω, όπως τόνισα, στη χορεία των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων:
Α. Δοκιμάζονται, σήμερα, τα πολιτικά δικαιώματα, με επίκεντρο το δικαίωμα του εκλέγειν. Κατά το ισχύον Σύνταγμα, ιδίως με βάση τα άρθρα 51 και 52, το ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα συνιστά κατ’ εξοχήν έκφραση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και συνθέτει το βάθρο στήριξης της νομιμοποίησης τόσο της Βουλής όσο και της Κυβέρνησης που προκύπτει απ’ αυτήν, κατ’ εφαρμογή των κανόνων του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος. Συνακόλουθα, είναι δικαίωμα του εκλογέα ν’ απαιτεί από την Κυβέρνηση, την οποία αναδεικνύει με την ψήφο του, μια στοιχειώδη συνέπεια λόγων και έργων, πριν και μετά τις εκλογές. Καθένας όμως σήμερα γνωρίζει ότι οι εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 σηματοδοτούν ένα πραγματικά αρνητικό ορόσημο ασυνέπειας μεταξύ προεκλογικών εξαγγελιών και μετεκλογικής πορείας της Κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου. Ασυνέπειας, η οποία όχι μόνον αποδυναμώνει συνεχώς την ουσία του δικαιώματος που άσκησε ο εκλογέας αλλά και αφαιρεί κάθε ικμάδα δημοκρατικής νομιμοποίησης ως προς τα «έργα και τις ημέρες» της Κυβέρνησης που τότε εξελέγη.
Β. Δοκιμάζονται, σήμερα, ιδίως τα ατομικά δικαιώματα -ήτοι αυτό τούτο το αρχετυπικό πλαίσιο δικαιωμάτων- που οριοθετούν τη σφαίρα της αναγκαίας, για την αξία και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου, ελευθερίας.
Αναφέρομαι π.χ.
1. Στα όσα δεινά σωρεύονται, με γεωμετρική πρόοδο, στο πεδίο άσκησης του δικαιώματος προστασίας καθενός από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών του δεδομένων (άρθρο 9Α του Συντάγματος).
2. Στην απαράδεκτη κατάσταση που επικρατεί –με τάσεις χειροτέρευσης- στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου καταρρακώνεται, καθημερινά πια, κάθε έννοια ακαδημαϊκής ελευθερίας, ιδίως μέσα από την προκλητική κατάλυση της έννοιας του ασύλου (άρθρο 16 του Συντάγματος).
3. Στην σταδιακή αφαίμαξη της ατομικής ιδιοκτησίας (άρθρο 17 του Συντάγματος), η οποία οδηγείται στην πλήρη αποδυνάμωση και απαξίωσή της, ήτοι στην κατάρρευση του πυρήνα της, κυρίως μέσα από την ραγδαία επέκταση της de facto απαλλοτρίωσης και την καταφανώς αντισυνταγματική και κοινωνικώς άδικη φορολογία της.
Γ. Δοκιμάζονται, σήμερα, τα κοινωνικά δικαιώματα. Δηλαδή τα δικαιώματα που υποχρεώνουν τους κρατικούς φορείς να προβαίνουν σε συγκεκριμένες θετικές ενέργειες υπέρ του ανθρώπου, εντός των ορίων εφαρμογής των αρχών του κοινωνικού κράτους δικαίου. Συγκεκριμένα όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από την κατά το άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος πρόσφατη γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πολλές από της κρίσιμες συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις του ψηφιζόμενου, εν ονόματι της εφαρμογής του περίφημου «Μνημονίου», σχεδίου νόμου παραβιάζουν καταφώρως βασικές διατάξεις του Συντάγματος ως προς το αντίστοιχο κοινωνικό κεκτημένο. Επίσης, θεμελιώδεις αρχές του κοινωνικού κράτους δικαίου, όπως αυτές που σχετίζονται με την προστασία της οικογένειας (άρθρο 21 του Συντάγματος), το δικαίωμα στην εργασία και στην κοινωνική ασφάλιση (άρθρο 22 του Συντάγματος), βρίσκονται, κυριολεκτικώς, στο «στόχαστρο» της νομοθεσίας, η οποία επίσης προωθείται δήθεν σ’ εκτέλεση των επιταγών του «Μνημονίου».
Δ. Δοκιμάζονται, σήμερα, και τα μικτά –ήτοι εκείνα που εγγυώνται, σωρευτικώς, τόσο τη σφαίρα ελευθερίας του ανθρώπου όσο και την κρατική παρέμβαση στήριξής της- δικαιώματα. Τούτο ισχύει, όπως όλοι το υφίστανται καθημερινά, π.χ. για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος). Όταν η καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης, σ’ όλες της τις εκφάνσεις, οδηγεί –χωρίς το κύριο μέρος της ευθύνης ν’ ανήκει στους λειτουργούς της- σε καταστάσεις γενικευμένης αρνησιδικίας. Το αυτό βιώνει το κοινωνικό σύνολο και ως προς την διαρκή υποβάθμιση του περιβάλλοντος, σ’ αντίθεση με τις επιταγές του άρθρου 24 του Συντάγματος, όπως αυτές έχουν εξειδικευθεί από τη νομολογία, ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας.
ΙΙΙ. Το δραματικό έλλειμμα ως προς την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου έρχεται ν’ αναδείξει κι ένα άλλο, στενά συνδεόμενο μ’ αυτό, φαινόμενο. Ήτοι το φαινόμενο του ελλείμματος ως προς την αποδοτική λειτουργία κρίσιμων Ανεξάρτητων Αρχών, αρχής γενομένης από τις συνταγματικώς κατοχυρωμένες. Αναφέρομαι, εν είδει παραδείγματος, στη λειτουργία του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, το οποίο –χωρίς δική του ευθύνη, είναι η αλήθεια- «βολοδέρνει» να φέρει σε πέρας, στοιχειωδώς, τις κατά το άρθρο 15 του Συντάγματος κρίσιμες αρμοδιότητές του, σ’ αυτό το άναρχο, χρόνια τώρα, ραδιοτηλεοπτικό τοπίο.
ΙV. Επικεντρώνομαι, για λίγο, στα όσα ήδη τόνισα ως προς τις επιπτώσεις της σημερινής κρίσης των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην ποιότητα της Δημοκρατίας μας:
Α. Βασικό πλεονέκτημα του ισχύοντος Συντάγματος –ιδιαίτερα μάλιστα μετά τις αναθεωρήσεις του- είναι οι ρήτρες που απορρέουν από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1, οι οποίες καθιερώνουν από τη μια πλευρά την αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου -έννοια η οποία υπερβαίνει κατά πολύ την «αξιοπρέπεια», που προστατεύουν άλλα ευρωπαϊκά, κυρίως, Συντάγματα- και, από την άλλη, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, με τη μορφή της ελεύθερης συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας.
Β. Αυτές τις αρχές καλείται να κάνει πράξη η ακώλυτη άσκηση όλων των συνταγματικώς –και όχι μόνο- κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Κατά πρώτο λόγο των ατομικών τα οποία, όπως επισήμανα, έχουν αρχετυπικά χαρακτηριστικά, αφού διασφαλίζουν την ίδια την έννοια της ελευθερίας, ιδίως μετά την κατοχύρωση, ύστερα από την συνταγματική αναθεώρηση του 2001 (άρθρο 25 παρ. 1), της τριτενέργειάς τους. Ήτοι της προστασίας των δικαιωμάτων όχι μόνον έναντι των κρατικών φορέων αλλά και έναντι κάθε είδους ιδιωτικής προέλευσης εξουσίας. Αλλά και, κατά δεύτερο λόγο, των άλλων κοινωνικών και μικτών δικαιωμάτων, με βάση τα οποία, ενόψει της αποδεδειγμένης αδυναμίας του σύγχρονου κράτους να διασφαλίσει την επί ίσοις όροις άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, το σύγχρονο κράτος υποχρεούται, στο πλαίσιο του παρεμβατισμού του, να προβεί σε συγκεκριμένες, θετικές, ενέργειες υπέρ των μελών του κοινωνικού συνόλου. Πόσο, λοιπόν, επίκαιρη παραμένει η θέση του Ρόουλς («Θεωρία της Δικαιοσύνης», 1971), οποίος υποστήριξε την θεμελιώδη άποψη, ότι πραγματική δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ουσιαστική κοινωνική δικαιοσύνη!
V. Όσοι, ίσως, ισχυρίζονται πως οι θέσεις που εξέθεσα έχουν μια δόση υπερβολής στηρίζονται, κατά βάση, στο ευρέως – και όχι μόνο στη Χώρα μας- υιοθετούμενο συμπέρασμα ότι η οικονομική κρίση που βιώνει ο Πλανήτης και υφίσταται, συνακόλουθα, το κοινωνικό σύνολο δεν μπορεί ν’ αντιμετωπισθεί χωρίς αρνητικές επιπτώσεις και ως προς τα δικαιώματα του ανθρώπου. Σπεύδω να διευκρινίσω –όπως άλλωστε έχω υποστηρίξει διαχρονικώς- ότι πρόκειται για απαράδεκτο ψευτοδίλημμα. Για ένα φθηνό και χωρίς οιοδήποτε θεσμικό και πολιτικό έρεισμα «άλλοθι» συγκάλυψης της ανικανότητας του κράτους να φέρει σε πέρας τη δημοκρατική του αποστολή. Διότι πιστεύω ακραδάντως ότι η αποδοτικότητα κάθε Κυβέρνησης και των λειτουργών της, καθώς και η ίδια η δημοκρατική τους νομιμοποίηση, εξαρτώνται από τη δύναμή τους ν’ αρθούν στο ύψος των περιστάσεων -κυρίως σε περιόδους κρίσης- χωρίς να μεταθέτουν τις δικές τους ευθύνες στο κοινωνικό σύνολο και τα μέλη του. Δηλαδή, χωρίς εκπτώσεις κατά την εφαρμογή του Συντάγματος και, πρωτίστως, κατά την άσκηση των δικαιωμάτων που αυτό εγγυάται. Αλλιώς, βεβαίως ακουσίως, ολισθαίνουν εμμέσως προς τον κατήφορο, ο οποίος «κλήθηκε» σε κάποιες μοιραίες στιγμές της ιστορίας –που έχουν, ευτυχώς, παρέλθει ανεπιστρεπτί- να «δικαιολογήσει» ακόμη και ωμές συνταγματικές εκτροπές. Και αυτό δεν προάγει, όπως είναι ευνόητο, ούτε τη δημοκρατία ούτε τον δημοκρατικό μας πολιτισμό.
Πριν ολοκληρώσω αυτές τις σκέψεις οφείλω ν’ απαντήσω στο ακόλουθο, ευνόητο prima faciae, ερώτημα: Άραγε γι’ αυτό το δυσοίωνο τοπίο της δοκιμασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου που βιώνουμε φταίει μόνο το κράτος κι όχι και οι πολίτες, το κοινωνικό σύνολο; Απαντώντας, παραπέμπω στο γνωστό απόφθεγμα του Ασημάκη Πανσέληνου («Συνέντευξη με τον εαυτό μου», σελ. 62): «Ένα πραγματικά ελεύθερο κράτος πρέπει να έχει με τους πολίτες του αμοιβαίο αίσθημα ενοχής!». Ναι, όλοι έχουμε ευθύνη. Και οι πολίτες, όταν μάλιστα κάθε δικαίωμα, από την ίδια του τη θεσμική και κοινωνική υπόσταση, εμπεριέχει και υποχρεώσεις. Μόνο που είναι προφανές ότι η ουσία της δημοκρατίας συνεπάγεται πως πρώτο το κράτος –αν, βεβαίως, θέλει να διαθέτει ουσιαστική δημοκρατική νομιμοποίηση- οφείλει, με τη συμπεριφορά και το ήθος των κάθε είδους λειτουργών του, να δίνει το παράδειγμα της πραγματικής αίσθησης του χρέους και της ενοχής έναντι των πολιτών. Όταν αντιστρέφει τους ρόλους και, ιδίως, όταν μεταθέτει -ομολογώντας έτσι την ανικανότητα και τις φοβίες του- τις ενοχές του και τις αντίστοιχες ευθύνες του στους πολίτες, πυροδοτεί, από την πλευρά τους, αντιδράσεις που θίγουν –δίχως δική τους, φυσικά, αποκλειστική υπαιτιότητα- την ομαλή λειτουργία των θεσμών. Η ιστορία, άλλωστε, έχει αποδείξει πως οι μεγάλες κοινωνικές εκρήξεις και τα τραγικά επακόλουθά τους οφείλονται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, στην αδυναμία ή στο φόβο των κυβερνώντων. Ή και στα δύο.
Γι’ αυτό και παραπέμπω στον πάντα επίκαιρο στίχο του Οδ. Ελύτη από τη «Μαρία Νεφέλη»: «Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία».
| < Prev | Next > |
|---|
