ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ
(το σύνολο, σχεδόν, του άρθρου δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα
«Καθημερινή της Κυριακής» την 18/7/2010)
Όλοι, νομίζω, οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε ότι το Σύνταγμα, θεμελιώδης νόμος και, άρα, κανονιστικό έρεισμα της όλης έννομης τάξης, δεν μπορεί να ερμηνεύεται και, πολύ περισσότερο, να εφαρμόζεται ως εκκρεμές πολιτικής αμηχανίας. Συνακόλουθα, η ευκαιριακή και ανεύθυνη επίκλησή του προκειμένου, δήθεν, να τεκμηριωθούν και να ενισχυθούν, από νομική άποψη, επιχειρήματα στην κονίστρα μιας αμιγώς πολιτικής διαμάχης υποσκάπτει, με ιδιαίτερα επικίνδυνες συνέπειες, τον θεσμικό του θώρακα. Επειδή όμως άπαντες –ιδίως δε εκείνοι που ο κατά περίπτωση ειδικός ρόλος τους στη δημόσια ζωή, υπό την ευρεία του όρου έννοια, το επιβάλλει- οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε το Σύνταγμα πρέπει να μην παραβλέπουμε και τούτο: Είναι εξίσου χρέος μας να μην ανεχόμαστε, ενδίδοντας συνήθως στα κελεύσματα της πολιτικής συγκυρίας, παραβιάσεις του Συντάγματος και, α fortiori, συμπτώματα πραγματικής κατάλυσής του.
I. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα σήμερα, επειδή έχουμε βιώσει την, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου, πιο κραυγαλέα παραβίαση του ισχύοντος Συντάγματος, με αφορμή τα νομοθετικά μέτρα που θεσπίζονται για την εκτέλεση του περιβόητου Μνημονίου. Ειδικότερα:
Α. Κατά το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος, «οι συνθήκες για εμπόριο, φορολογία, οικονομική συνεργασία και συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις, και όσες άλλες περιέχουν παραχωρήσεις για τις οποίες, σύμφωνα με άλλες διατάξεις του Συντάγματος, τίποτε δεν μπορεί να οριστεί χωρίς νόμο, ή οι οποίες επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει». Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανείς που ν’ αμφισβητεί πως συμφωνίες ή συμβάσεις δανεισμού με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στο πλαίσιο εφαρμογής του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας, αποτελούν, κατ’ εξοχήν, περιπτώσεις οι οποίες εμπίπτουν στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 36 παρ. 2 του Συντάγματος. Και τούτο διότι πρωτίστως οι συμβάσεις δανεισμού συνιστούν κλασικό παράδειγμα συμπλέγματος κανόνων δικαίου, οι οποίοι εισάγουν ρυθμίσεις που «επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες»[1] Και κάθε άλλο παρά μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι δυνατό, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, να συγκριθούν με τις συμβάσεις απλοποιημένης μορφής, για τις οποίες αρκεί η υπογραφή του αρμόδιου Υπουργού. Οι συμφωνίες αυτές έχουν ως αντικείμενο ρύθμισης είτε δευτερεύουσας σημασίας διοικητικά και τεχνικά θέματα, είτε λεπτομέρειες εφαρμογής ήδη επικυρωμένων διεθνών συνθηκών που καθορίζουν προηγουμένας επακριβώς το πεδίο και το πλαίσιο δέσμευσης της Χώρας[2]. Άρα τέτοιες συμβάσεις, για να ισχύσουν, απαιτούν τυπικό νόμο κύρωσής τους, δηλαδή αποφασιστική παρέμβαση της Βουλής. Υπό διαφορετική εκδοχή –ήτοι χωρίς κυρωτικό νόμο- είναι ανίσχυρες και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα.
Β. Κι όμως, στις 6.5.2010 ψηφίσθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις του πρώτου άρθρου παρ. 4 και του τρίτου άρθρου του 3845/2010, ως προς τα μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες προβλέπουν αντιστοίχως: 1. «Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, διμερή ή πολυμερή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της προηγούμενης παραγράφου. Τα μνημόνια, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου, εισάγονται στη Βουλή για κύρωση.». Και 2. «Η ισχύς των συμβάσεων του άρθρου πρώτου αρχίζει από την ημερομηνία υπογραφής τους…». Σαν να μην έφθανε αυτό μία μέρα μετά, στις 7.5.2010, στον παντελώς μάλιστα άσχετο με το θέμα ν. 3847/2010 «Επανακαθορισμός επιδομάτων εορτών!», ψηφίσθηκε, ως παρ. 9 του άρθρου μόνου, τροπολογία του ν. 3845/2010 με το εξής περιεχόμενο: «Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου πρώτου του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ 65/Α΄) αντί της λέξης «κύρωση» τίθενται οι λέξεις «συζήτηση και ενημέρωση. Ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους»!
Γ. Με απλές λέξεις μέσα στις ως άνω διατάξεις εμφιλοχωρούν, σε διάστημα μιας μέρας, δύο προφανείς παραβιάσεις του Συντάγματος. Και μάλιστα η δεύτερη πιο κραυγαλέα από την πρώτη. Συγκεκριμένα η μεν ρύθμιση του ν. 3845/2010 παραβιάζει το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι ορίζει πως τέτοιας σημασίας και βαρύτητας συμβάσεις ισχύουν πριν καν κυρωθούν από τη Βουλή, μόλις δηλαδή υπογραφούν από τον Υπουργό Οικονομικών. Η δε ρύθμιση του ν. 3847/2010 «αποτελειώνει», κυριολεκτικά, το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος αφού, τροποποιώντας την προηγούμενη, ορίζει ότι δεν απαιτείται καν κύρωση των συμβάσεων αυτών από τη Βουλή. Απλώς εισάγονται στη Βουλή για ενημέρωσή της!
II. Επανέρχομαι, τονίζοντας ότι οι προμνημονευόμενες ρυθμίσεις συνεπάγονται πραγματική κατάλυση του Συντάγματος (άρθρο 36 παρ. 2), στο μέτρο ιδίως που τόσο με βάση το περιεχόμενό τους όσο και με βάση τον πρωτοφανή τρόπο ψήφισής τους επιτρέπουν, με απλή υπογραφή Υπουργού, να εντάσσονται στην έννομη τάξη μας και να εφαρμόζονται, erga omnes, κανόνες δικαίου οι οποίοι επιβαρύνουν τόσο επώδυνα το κοινωνικό σύνολο, παρακάμπτοντας –κατά την ηπιότερη έκφραση- τη Βουλή.
Α. Και η μεν Κυβέρνηση δεν φαίνεται να έχει καν συναίσθηση των ευθυνών της για το θεσμικό –και όχι μόνον- ολίσθημα, στο οποίο υπέπεσε. Ευθύνες οι οποίες προκύπτουν και από τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 3 (περί λαϊκής κυριαρχίας) και 120 παρ. 2 (περί σεβασμού του Συντάγματος).
Β. Θα περίμενε όμως κανείς κάπως περισσότερη ευαισθησία και παρρησία από «έμπειρους νομικούς» που, παραδόξως, έμειναν αδιάφοροι και σιωπηλοί μπροστά σ’ αυτόν τον κυβερνητικό κατήφορο, για να μην πω τον κυβερνητικό ξεπεσμό. Όταν, ιδίως ορισμένοι απ’ αυτούς, διεκδικούν, όπως είναι αναφαίρετο δικαίωμά τους, ως σήμερα τα εύσημα των υπερασπιστών του «ένα, ένα, τέσσερα» -θεσμικού προγόνου του άρθρου 120 του ισχύοντος Συντάγματος- και όταν, επιπλέον, δεν χάνουν, διαχρονικώς μάλιστα, την ευκαιρία να «ξιφουλκούν» αρθρογραφώντας και μιλώντας δημοσίως, «όλως τυχαίως» όταν βολεύει τις επιλογές του νυν κυβερνώντος Κόμματος. Και μάλιστα για πολύ μικρότερης θεσμικής σημασίας ζητήματα. Όρα π.χ. τη νομική φιλολογία και παραφιλολογία για τις υποθέσεις των «ταυτοτήτων» και του «βασικού μετόχου». Πόσο μελάνι χύθηκε και πόσες φωνές ακούσθηκαν για τις υποθέσεις αυτές! Και πόσο έρχονται σ’ αντίθεση με τη σημερινή εκκωφαντική σιωπή τους για το μείζον ζήτημα ωμής παραβίασης του άρθρου 36 παρ. 2 του Συντάγματος!
«Εν κατακλείδι»: Όλοι μας –ιδίως δε οι «έμπειροι νομικοί» -οφείλουμε να τηρούμε, χωρίς εκπτώσεις, το καθήκον υπεράσπισης του Συντάγματος, αποφεύγοντας την ανεύθυνη πλειοδοσία αντισυνταγματικότητας. Αλλά έχοντας πλήρη συναίσθηση και του ότι το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος και όχι ιδεολογικό σκάφος που ταξιδεύει με σημαίες ευκαιρίας.
[1] Βλ. από τη βιβλιογραφία, εντελώς ενδεικτικά, Ε. Ρούκουνα, Διεθνές Δίκαιο, Ι, 3η έκδ., σελ. 83-84. Πρβλ και τη Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ολομέλεια) 434/2002, με τις εκεί παραπομπές στη βιβλιογραφία και τη νομολογία.
[2] Βλ. από τη βιβλιογραφία, ενδεικτικά, Ε. Ρούκουνα, όπ. παρ., σελ. 76, 147-151, Κ. Ιωάννου, Κ. Οικονομίδη, Χρ. Ροζάκη, Διεθνές Δίκαιο, Θεωρία των Πηγών, 1988, σελ. 126-132. Πρβλ. και την (ατομική) Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους 60/2007.
| < Prev | Next > |
|---|
