Αν θέλετε να μάθετε ποιες είναι οι πιο αξιόπιστες στοιχηματικες εταιριες στον κόσμο τότε μπορείτε να διαβάσετε τις πιο έγκυρες αξιολογήσεις για εταιριες στοιχηματων με πολλές πληροφορίες για υπηρεσίες και τα στοιχηματικά μπόνους εγγραφής που δίνουν. Δείτε τη σελίδα και συλλέξτε τις δυνατές γνώσεις για να επιβιώσετε στο χώρο του διαδικτυακού παιχνιδιού.














ΙΚΕΤΕΣ ΚΑΙ «ΙΚΕΤΙΔΕΣ»
Η διαχρονική εξέλιξη του ασύλου

(μέρος του άρθρου δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα
«Καθημερινή της Κυριακής» την 24/10/2010)

     Η σύγχρονη έξαρση των μεταναστευτικών ροών, με την ιδιομορφία που αποκτά μέσ’ από τις διαστάσεις και τις επιπτώσεις –οικονομικές αλλά και πολιτισμικές, ας μην το παραβλέπουμε- της παγκοσμιοποίησης, διατηρεί πάντα στην επικαιρότητα μια από τις πιο σημαντικές πτυχές του μεταναστευτικού φαινομένου: Το άσυλο.
     Διεθνείς Οργανισμοί, με εμπροσθοφυλακή τον ΟΗΕ, αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση, με ολοένα και εντεινόμενο ρυθμό, εστιάζουν την προσοχή και τη δράση τους σ’ αυτή την πτυχή του μεταναστευτικού προβλήματος.  Ο λόγος είναι προφανής: Το άσυλο, κατ’ εξοχήν, αναδεικνύει μέσα από την μετανάστευση μείζονα ζητήματα δημοκρατίας και, πιο συγκεκριμένα, ζητήματα δικαιωμάτων του ανθρώπου. Θάλεγα ότι αποτελεί έναν από τους κορυφαίους δείκτες μέτρησης του σύγχρονου δημοκρατικού μας πολιτισμού.

     Το παράδοξο –και συνάμα αποκαλυπτικό- είναι ότι οι επιδόσεις της διεθνούς συνεργασίας στον τόσο ευαίσθητο αυτό τομέα κάθε άλλο παρά ως θετικές μπορούν να χαρακτηρισθούν. Κύριες αιτίες η επιδερμική έως υποκριτική αντιμετώπιση του θεσμού του ασύλου από τον ΟΗΕ, αφού συχνά αρνείται, όταν σηκώνει ψηλά «το λάβαρο» της υπεράσπισής του, να λάβει υπόψη του, για λόγους στοιχειώδους δικαιοσύνης, την ιδιομορφία των κρατών που δέχονται κατά κύματα τις μεταναστευτικές ροές, άρα και τ’ αντίστοιχα αιτήματα ασύλου.  Αλλά και η –όπως και σ’ άλλους τομείς δυστυχώς- καθυστερημένη και αναποτελεσματική αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την ίδια κατεύθυνση, όπως αποδεικνύουν οι ήδη αναχρονιστικές και εν πολλοίς άδικες για ορισμένα κράτη μέλη αλλά και τους αιτούντες άσυλο ρυθμίσεις του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ» (18.2.2003).  Ας ελπίσουμε ότι η πιστή εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο –που υπογράφηκε στο Παρίσι τον Οκτώβριο του 2008- και η αναθεώρηση του προαναφερόμενου Κανονισμού θα βελτιώσουν τις ευρωπαϊκές επιδόσεις.  
     Ιδίως τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει βρεθεί στο επίκεντρο της κριτικής για τους χειρισμούς ως προς το θεσμό του ασύλου.  Χωρίς να υποβαθμίζω τα όποια προβλήματα –αναπόφευκτα άλλωστε, όπως δείχνει και η εμπειρία άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πολύ λιγότερα προβλήματα- σπεύδω να υποστηρίξω ότι η κριτική αυτή, τις περισσότερες τουλάχιστον φορές, είναι ανεδαφική και άδικη. Και τούτο διότι αγνοεί επιδεικτικά πόσο βεβαρημένη είναι η Χώρα μας, σε σύγκριση με άλλες και ιδίως ευρωπαϊκές χώρες, λόγω της εισόδου υπερβολικού αριθμού μη νόμιμων μεταναστών.  Πράγμα που, βεβαίως, διογκώνει υπερμέτρως και τον αντίστοιχο αριθμό μεταναστών οι οποίοι ζητούν άσυλο κατά τρόπο προσχηματικό.  Και μάλιστα με στοιχεία που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα ως προς την εθνικότητα και τους λόγους τους οποίους προβάλουν πολλοί από τους αιτούντες άσυλο. 
     Το φαινόμενο για τον Τόπο μας δεν είναι τωρινό.  Η γεωγραφική μας θέση, το επίπεδο δημοκρατίας και ο πολιτισμός μας έχουν κάνει την Ελλάδα, εδώ και χιλιετίες, πόλο έλξης ανθρώπων που αναζήτησαν, στο έδαφός της και στις κοινωνίες της, τόσο τη μοίρα τους όσο και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Αυτή την αδήριτη πραγματικότητα έχει ανασύρει από το μυχό  της ιστορίας ο Αισχύλος στις «Ικέτιδες».
     Πρόκειται, ως γνωστόν, για την αρχαιότερη, γενικώς, από τις σωζόμενες τραγωδίες.  Γράφτηκε μεταξύ 493-490 π.Χ. και, πάντως, μετά τη νίκη στο Μαραθώνα.  Παίχθηκε όμως, όπως όλα δείχνουν, το 464 π.Χ., δηλαδή περίπου είκοσι πέντε χρόνια αργότερα.  Η καθυστέρηση οφείλεται μάλλον στην ακόλουθη πολιτική σκοπιμότητα:  Η τραγωδία εξιδανικεύει, ιδίως ως προς τη δημοκρατική πολιτική του δομή, το Άργος.  Δηλαδή μια πόλη που ήταν σε διαρκή αντίθεση με τους Σπαρτιάτες.  Όμως, μετά το 490 π.Χ., οι Αθηναίοι προσπαθούσαν με κάθε μέσο να διασφαλίσουν τη στρατιωτική συμμαχία της Σπάρτης κατά των Περσών.  Πως μπορούσε λοιπόν να παιχθεί μια τραγωδία –κορυφαίο μέσω διαμόρφωσης κοινής γνώμης στην Αθήνα την εποχή εκείνη- που εξωράιζε  ευθέως έναν εχθρό της Σπάρτης;
     Άλλ’ ας έλθουμε στις Ικέτιδες και το άσυλο.  Οι πενήντα κόρες του Δαναού, θέλοντας ν’ αποφύγουν τον αιμομικτικό γάμο με τα πρώτα εξαδέλφια τους, γιούς του Αιγύπτου –αδελφού του Δαναού με γενάρχη τους τον Έπαφο- έφθασαν στο Άργος, προγονική τους πόλη, μαζί με τον πατέρα τους.  Απευθύνθηκαν στον βασιλιά του Άργους, τον Πελασγό και ζήτησαν την προστασία του.  Δηλαδή άσυλο, με τη σημερινή του όρου έννοια. Ο Πελασγός επιφυλάχθηκε, επικαλούμενος τις δημοκρατικές διαδικασίες του Άργους και απευθύνθηκε προηγουμένως στο λαό του (στίχος 600).  Οι Αργίτες αποφάνθηκαν υπέρ του ασύλου, με «ανάταση των χειρών» (στίχος 620).  Κι όταν ο Αίγυπτος του ζήτησε το λόγο για την παροχή ασύλου ο Πελασγός του αντέτεινε την πάνδημη απόφαση του λαού του Άργους (στίχος 942).
     Είναι η πρώτη, στην ιστορία, θεσμική και πολιτική αποτύπωση του ασύλου.  Ιδίως δε είναι η πρώτη, επίσης στην ιστορία, φορά όπου το άσυλο παρέχεται μέσα από τη νοοτροπία που διαμόρφωσε ο πολιτισμός αλλά και η δομή και η ποιότητα της δημοκρατίας της πολιτείας που το παρέχει.
     Ηθικό και πολιτικό δίδαγμα –και, άρα, επιχείρημα- προς κάθε κατεύθυνση, πρωτίστως δε έναντι όλων εκείνων που σήμερα «κραδαίνουν» τη ρομφαία της ευαισθησίας τους για τους αιτούντες άσυλο:  Ας ρίξουν μια ειλικρινή ματιά στις ρίζες του ασύλου και τις συνθήκες υπό τις οποίες ο τόσο κρίσιμος, για την αποτίμηση της ανθρωπιάς και της δημοκρατίας, θεσμός μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει.  Φυσικά ως Έλληνες δεν επιτρέπεται να επικαλούμαστε το παρελθόν για να δικαιολογήσουμε το παρόν και το μέλλον.  Έχουμε όμως υποχρέωση –και όχι απλώς το δικαίωμα- να ζητήσουμε το αυτονόητο:  Η κρίση της διεθνούς κοινότητας να διαμορφώνεται υπό όρους ρεαλισμού και δικαιοσύνης. Αν αυτό δεν επιτυγχάνεται πρέπει ν’ απευθύνουμε, όπου χρειάζεται, την ευαγγελική προτροπή: «Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί». Κι αυτό όχι τόσο για να υπερασπισθούμε τα του οίκου μας όσο για να στηρίξουμε τους σύγχρονους πραγματικούς ικέτες και την ευόδωση των ικεσιών τους.