Αν θέλετε να μάθετε ποιες είναι οι πιο αξιόπιστες στοιχηματικες εταιριες στον κόσμο τότε μπορείτε να διαβάσετε τις πιο έγκυρες αξιολογήσεις για εταιριες στοιχηματων με πολλές πληροφορίες για υπηρεσίες και τα στοιχηματικά μπόνους εγγραφής που δίνουν. Δείτε τη σελίδα και συλλέξτε τις δυνατές γνώσεις για να επιβιώσετε στο χώρο του διαδικτυακού παιχνιδιού.














Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις

12-07-2011. Αγόρευση κ. Π. Παυλόπουλου κατά την συζήτηση επί της αρχής του σν του Υπ. Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: «Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις».

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]
: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πριν από την παρέμβαση μου κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου θα μου επιτρέψετε να ενώσω τη φωνή στα όσα ελέχθησαν προηγουμένως ως προς τις αποφάσεις που ανακοίνωσε ο κύριος Πρόεδρος της Βουλής.

Η πράξη του Κοινοβουλίου για την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των Βουλευτών είναι μια πράξη στοιχειώδους χρέους απέναντι σε όλο τον κόσμο, ο οποίος χειμάζεται τούτη τη στιγμή. Είναι στοιχειώδες χρέος, το οποίο έχουμε όλοι ιδίως εμείς που τον εκπροσωπούμε και που βρισκόμαστε σε αυτήν την Αίθουσα, επειδή εκείνος αποφάσισε -δηλαδή, ο λαός- και εν ονόματι του.

Βεβαίως, θα ήθελα να επισημάνω μόνο δυο πράγματα, τα οποία θεωρώ αυτονόητα και τα οποία ελέχθησαν, αλλά αισθάνομαι το χρέος και από τη δική μου πλευρά να τα επισημάνω: Πρώτον, όλη αυτή η μείωση δεν σημαίνει, σε καμμία περίπτωση, ότι αυτή η όποια συνεισφορά του ελληνικού Κοινοβουλίου στη μείωση του κόστους του δημοσίου μπορεί να απαλύνει τον πόνο των ανθρώπων, οι οποίοι χειμάζονται και πολλοί από αυτούς δεν έχουν δουλειά ή τούτες τις ώρες βρίσκονται σε ανέχεια.

Το δεύτερο όμως, που θέλω να επισημάνω -και είναι σημαντικότερο κατά την εκτίμησή μου- είναι ότι όταν υπερασπιζόμαστε το κύρος του Κοινοβουλίου και με τέτοιες πράξεις, που έχουν και την ουσιαστική και τη συμβολική τους σημασία, πρέπει να το κάνουμε, όπως έγινε σήμερα εδώ μέσα στη Βουλή, με συλλογικές αποφάσεις που στηρίζουν την ποιότητα της δημοκρατίας.

Και θέλω να πω προς ορισμένους συναδέλφους, οι οποίοι ευτυχώς είναι μια μικρή μειοψηφία, ότι οι πράξεις που αφορούν τη μείωση του κόστους της λειτουργίας του Κοινοβουλίου είναι πράξεις που γίνονται χωρίς πυροτεχνήματα και χωρίς στάσεις, οι οποίες υπηρετούν απλώς και μόνον εκδηλώσεις λαϊκισμού. Γιατί, αν πρέπει να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία, το οφείλουμε όλοι μαζί στο Κοινοβούλιο και πρέπει να το κάνουμε όλοι μαζί και μέσα εδώ.

Ας μπω όμως στη ουσία του νομοσχεδίου. Οι τροποποιήσεις που επιφέρονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κύριοι συνάδελφοι και κύριε Υπουργέ, είναι τροποποιήσεις που και αυτές κατά μεγάλο μέρος αφορούν την επιτάχυνση απονομής της δικαιοσύνης.

Πολλά νομοσχέδια, ιδίως τον τελευταίο καιρό, έχουν έρθει προς αυτήν την κατεύθυνση. Θεωρούμε τη επιτάχυνση ζητούμενο. Αυτό είναι σωστό. Οι μεγάλες καθυστερήσεις οδηγούν στη ουσία στο να μην απονέμεται η δικαιοσύνη, στην αρνησιδικία και, άρα, στην ανασφάλεια δικαίου. Προσοχή, όμως. Έχουμε ψηφίσει πολλά νομοσχέδια και πολλές διατάξεις, οι οποίες βαίνουν προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης, αλλά σε βάρος της δυνατότητας του πολίτη και ιδίως του διοικουμένου απέναντι στην αυθαιρεσία του κράτους να προσφεύγει αποπροσκόπτως στη δικαιοσύνη. Η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης είναι σημαντικό αγαθό, αλλά πρέπει να συμβιβάζεται στο πλαίσιο του άρθρου 20 του Συντάγματος με την ακώλυτη άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

Οφείλω, κύριε Πρόεδρε και κύριοι συνάδελφοι, να τονίσω ότι πολλές από τις διατάξεις που ψηφίσαμε τον τελευταίο καιρό, δυστυχώς, βαίνουν προς την κατεύθυνσης της απομείωσης της δυνατότητας προσφυγής στη δικαιοσύνη. Αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε. Γιατί μπορεί να φτάσουμε σε ένα σημείο να απονέμεται μεν, ταχύτατα η δικαιοσύνη, αλλά όχι γιατί λειτουργεί καλύτερα. Αλλά απλά γιατί ο διάδικος, είτε ιδιώτης είτε διοικούμενος, στο πλαίσιο των ιδιωτικών διαφορών ή των διαφορών δημοσίου δικαίου, δεν μπορεί να προσφύγει πια στη δικαιοσύνη.

Δεν μπορώ να μην επαναλάβω πόσες εκπτώσεις, δυστυχώς, κάναμε στο πλαίσιο της ψήφισης του ν. 3900/2010 που έχουν αφήσει ουσιαστικά απροστάτευτο το διοικούμενο ιδίως αυτές τις ώρες της φορολογικής λαίλαπας. Αυτό, κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, θα το βρούμε μπροστά μας.

Τούτες τις ώρες της κρατικής αυθαιρεσίας, της αλόγιστης φορολόγησης, της αυθαίρετης φορολόγησης υπό ορισμένες προϋποθέσεις, όχι τόσο των φοροφυγάδων, αλλά των ανθρώπων που είναι οι συνήθεις, δυστυχώς, ύποπτοι σε ό,τι αφορά τη σύλληψη της φορολογητέας ύλης, βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο -και θα το δούμε ακόμη περισσότερο στο μέλλον- η προσφυγή στη δικαιοσύνη και σε επίπεδο παροχής οριστικής δικαστικής προστασίας και σε επίπεδο παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, να καθίσταται αδύνατη. Πολύ φοβάμαι ότι ανάμεσα στα δύο αγαθά, την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης και τη δικαστική προστασία, έχουμε ρίξει το βάρος προς τη μια κατεύθυνση, υπηρετώντας τα συμφέροντα του κράτους αυτήν τη δεινή ώρα αλλά ξεχνώντας το διοικούμενο, ξεχνώντας τον πολίτη, ξεχνώντας εκείνον, ο οποίος μπροστά σε αυτό που αντιμετωπίζουμε, ούτως άλλως δεν έχει προστασία κοινωνική και οικονομική, αλλά δεν θα έχει και δικονομική.

Με αυτήν την αφορμή θέλω να τονίσω ότι βεβαίως ψηφίζουμε υπέρ του νομοσχεδίου, γιατί έχει σημαντικές και σωστές καινοτομίες. Άλλωστε, είναι ένα προϊόν μιας διαχρονικής επεξεργασίας σε θέματα, τα οποία είναι ήδη πολύ ώριμα στο χώρο της πολιτικής δικονομίας.

Δεν μπορώ, όμως, να μην κάνω δυο - τρεις παρατηρήσεις. Και τις κάνω επί της αρχής γιατί στην ουσία, και αν τις έκανα επί των άρθρων πάλι σε ό,τι αφορά αρχική διαπίστωση που έκανα θα είχαν αντίκτυπο.

Πρώτον -θα το επαναλάβω, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν αρκετοί συνάδελφοι που έχουν και από την παράταξή μου την ίδια άποψη που έχει και το νομοσχέδιο- δεν πιστεύω, κύριε Υπουργέ και κύριοι συνάδελφοι, ότι ο δεύτερος βαθμός και ο αναιρετικός βαθμός ως προς την απονομή της δικαιοσύνης μπορεί να είναι ενός ανδρός αρχή.
...
Ορθώς απαλείφθηκε η ρύθμιση, η οποία μείωνε τις συνθέσεις σε ό,τι αφορά τον αναιρετικό έλεγχο. Αλλά και ως προς το δεύτερο βαθμό, δεν πιστεύω, κύριε Υπουργέ, ότι βαίνουμε προς τη σωστή κατεύθυνση και σε ό,τι αφορά την ουσία και σε ό,τι αφορά την επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης.

Σε ό,τι αφορά την ουσία, είμαι πεπεισμένος -και το υποστηρίζω χρόνια και στον επιστημονικό χώρο, πριν έρθω σε αυτήν την Αίθουσα- ότι δεν είναι δυνατόν-και αυτό είναι ένα κεκτημένο του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού- ο δεύτερος βαθμός κρίσης να είναι ενός ανδρός αρχή. Από τη φύση του ο δεύτερος βαθμός κρίσης, ακόμα και αν είναι μονομελής η σύνθεση του δικαστηρίου ως προς την εκκαλούμενη απόφαση, πρέπει να είναι προϊόν περίσκεψης περισσοτέρων δικαστών, δηλαδή πρέπει να έχει τριμελή σύνθεση. Δεν μπορεί να κρίνεται ένας δικαστής, ως προς την κρίση που έκανε, με ένα δικαστή στο δεύτερο βαθμό. Αυτό είναι αδιανόητο. Σκεφθείτε ότι φτάνουμε στο σημείο να έχουμε μονομελή σύνθεση στον πρώτο βαθμό και μονομελή σύνθεση στο δεύτερο βαθμό. Απαλείφθηκε μεν, αυτό για την αναίρεση. Μη ξεχνάτε όμως, πόσο δύσκολη είναι η αναίρεση πλέον και σε επίπεδο διοικητικής δικαιοσύνης και σε επίπεδο πολιτικής δικαιοσύνης. Στην ουσία, επειδή το να φτάσουμε στην αναίρεση είναι σχεδόν ανέφικτο σε πάρα πολλές περιπτώσεις και ιδίως για τους οικονομικά ασθενέστερους, θα κρίνεται μια υπόθεση από δύο ανθρώπους. Τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω. Και μη νομίζετε ότι κερδίζουμε τίποτα στην επιτάχυνση. Θα με θυμηθείτε, γιατί η διάταξη αυτή σε λίγο θα είναι άχρηστη, δυστυχώς και από πλευράς πρακτικής. Θα με θυμηθείτε. Δεν επιταχύνει κανείς τίποτα απολύτως, γιατί όταν έχουμε τριμελή σύνθεση και επιμερίζεται η ευθύνη και επιπλέον μπορεί να υπάρχει ο εισηγητής που παίρνει περισσότερες υποθέσεις. Το να επωμιστεί ένας άνθρωπος όλη αυτή την ευθύνη, θα έχει αφενός μεν το θέμα συνείδησης τι αποφασίζει και αφετέρου φορτώνεται με πολύ δουλειά, την οποία, μοιραία θα μεταθέσει στο μέλλον. Δεν κερδίζουμε τίποτα. Είναι λάθος η ρύθμιση, μολονότι γνωρίζω ότι και στο επιστημονικό πεδίο και σε αυτήν την Αίθουσα υπάρχουν συνάδελφοι, οι οποίοι έχουν άλλη άποψη από αυτήν την οποία εκφράζω. Οφείλω όμως, να την καταθέσω. Αυτό είναι το ένα ζήτημα.

Το δεύτερο ζήτημα, το οποίο θέλω να θέσω, είναι σε ό,τι αφορά την παρέμβαση του δικαστή στη διόρθωση της αοριστίας της αγωγής. Φαίνεται βέβαια ότι είναι επιβοηθητικό σε ό,τι αφορά το διάδικο, φαίνεται ότι επιβοηθείται ο διάδικος, ιδίως όταν έχει κάνει μια αόριστη αγωγή. Όπως αντιλαμβάνομαι το ζήτημα για το οποίο μιλάμε, αλλά προσέξτε κάτι το οποίο νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία. Επειδή όπως τίθεται αυτή η διάταξη περίπου δημιουργείται ένα καθήκον του δικαστή να παρεμβαίνει σε ό,τι αφορά τη διόρθωση της αοριστίας και επειδή έχουμε δικαστές διαφορετικών ταχυτήτων -είναι μοιραίο αυτό, άνθρωποι είμαστε και δύο άνθρωποι δεν μπορεί να είναι ποτέ όμοιοι- σκεφθείτε τι θα γίνει σε ό,τι αφορά έφεση και αναίρεση ως προς το εάν ο δικαστής άσκησε τα δικαιοδοτικά του καθήκοντά όπως τα προσδιορίζει ο νόμος, που κατ’ ανάγκη είναι αόριστος στην περίπτωση αυτή, και εάν αυτό θα δημιουργήσει περισσότερους λόγους έφεσης και αναίρεσης ως προς την υποχρέωση, όπως προδιαγράφεται στο νόμο, παρέμβασης του δικαστή για τη διόρθωση της αοριστίας. Δείτε πόσα προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει αυτό το θέμα. Αγαθή είναι η πρόθεση, αλλά σε επίπεδο δεύτερου βαθμού και αναιρετικού βαθμού κρίσης νομίζω ότι θα δημιουργηθούν πολλά προβλήματα.

Τελειώνω με την τρίτη παρατήρησή μου ως προς τη διάταξη που αφορά το αγωγόσημο στην αναγνωριστική αγωγή. Θα το επαναλάβω για πολλοστή φορά. Η αναγνωριστική αγωγή είναι ένα είδος λαϊκής αγωγής, όχι με τη μορφή της actio popularis που ο καθένας μπορεί να την έχει. Ας μου επιτραπεί η έκφραση είναι η «αγωγή του φτωχού». Για να έχει αποτελέσματα ως προς τους διαδίκους και για το δημόσιο, είναι μια αγωγή η οποία πρέπει να μετατραπεί σε καταψηφιστική. Όμως, με το να βάζουμε αγωγόσημο στην ουσία καταργούμε τη διάκριση αυτών των δυο αγωγών και φράσσουμε τη δίοδο σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν την αναγνωριστική αγωγή σαν ένα είδος προηγουμένου σταδίου για να φθάσουν στην καταψηφιστική, οπότε ξέροντας ποιο είναι το αποτέλεσμα περίπου, μπορούσαν να καταθέσουν το σχετικό αγωγόσημο.

Σκεφθείτε, επομένως, μαζί με τα άλλα που είπα προηγουμένως το πόσο δύσκολος γίνεται ο δρόμος για τη δικαστική προστασία τι εμπόδια δημιουργεί και αυτή η διάταξη, η οποία δεν ωφελεί και σε τίποτα. Γιατί, εάν θέλετε, κύριε Υπουργέ, εγώ αντιλαμβάνομαι την πρόθεση. Η πρόθεση είναι να αποφύγουμε τις υπερβολικές αγωγές, τη δικομανία, την εκμετάλλευση, την κατάχρηση του θεσμού. Το έχω πει και άλλοτε. Θέλετε να καταργήσουμε όσο μπορούμε και όσο επιτρέπεται στην πράξη και στη ζωή τη δικομανία, που είναι ένα υπαρκτό φαινόμενο και είναι εις βάρος εκείνων των διαδίκων οι οποίοι είναι σοβαροί, ειλικρινείς διάδικοι; Υπάρχει η οδός των δικαστικών εξόδων και της δυνατότητας του δικαστή να επιβάλει στον αυθαιρετούντα διάδικο, στον καταχρηστικώς δρώντα διάδικο, υψηλό ποσό δικαστικών εξόδων. Και αυτό πονάει πολύ περισσότερο, κύριε Υπουργέ, από το να του φράσσουμε το δρόμο με άλλα δικονομικά μέσα, για να αποφύγουμε τη δικομανία. Γιατί μέσα στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Τους δικομανείς πάμε να πολεμήσουμε αυτή την ώρα, αλλά στην πραγματικότητα και ο ασθενής οικονομικών διάδικος βρίσκει όλα αυτά τα εμπόδια μπροστά του.

Κύριε Πρόεδρε, είναι λάθος αυτή η διάταξη. Το πιστεύω. Μπορούμε κάλλιστα, τη δικομανία και τις αυθαίρετες αγωγές, ιδίως τις αναγνωριστικές, να τις καταπολεμήσουμε με τα δικαστικά έξοδα που είναι δαμόκλειος σπάθη ή τα καυδιανά δίκρανα υπό τα οποία πρέπει να περάσει εκείνος ο οποίος κάνει κατάχρηση των δικονομικών δυνατοτήτων που του παρέχουν το Σύνταγμα στο άρθρο 20 και η έννομη τάξη με τον Κώδικα Πολιτικής και Διοικητικής Δικονομίας.

Μιας και μιλάμε για πολιτική δικονομία εδώ, κύριε Υπουργέ, μην αφαιρέσετε μια διάταξη που χρόνια ολόκληρα, από τότε που έχουμε ουσιαστικά πολιτική δικονομία, έχει λειτουργήσει σωστά και έχει βοηθήσει ιδίως οικονομικώς ασθενέστερους διαδίκους να βρουν το δίκιο τους, κυρίως σε ιδιωτικού δικαίου διαφορές, που, όπως ξέρετε, επειδή ισχύει το secundum allegata et probata, δεν ισχύει το ανακριτικό σύστημα, όπου έχει τη βοήθεια, όση έχει μετά το ν.3900, ο διάδικος με το δικαστή, ο οποίος μπορεί να κάνει έλεγχο νομιμότητας και αυτεπαγγέλτως. Εδώ έχουμε secundum allegata et probata, έχουμε τους διαδίκους οι οποίοι δυστυχώς βλέπουν την ανισότητα πολύ περισσότερο από άλλες περιπτώσεις. Σκεφθείτε το διάδικο ο οποίος έχει απέναντί του οικονομικώς ισχυρούς αντιδίκους με δικηγόρους οι οποίοι έχουν μεγάλες δυνατότητες. Τι του μένει;

Κύριε Υπουργέ, σκεφθείτε τα όλα αυτά. Έχουμε και την αυριανή ημέρα. Νομίζω ότι δεν θα είναι υπαναχώρηση. Είναι μια περίσκεψη την οποία πρέπει να έχουμε τούτη την ώρα, όταν νομοθετούμε σε επίπεδο πολιτικής δικονομίας υπό τις συνθήκες αυτής της οικονομικής κρίσης που έχει αντίκτυπο και στην απονομή της δικαιοσύνης.

Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε, και ζητώ συγγνώμη για την υπέρβαση του χρόνου.
……..


[1] Σελ. 13679, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es20110712.pdf