Αν θέλετε να μάθετε ποιες είναι οι πιο αξιόπιστες στοιχηματικες εταιριες στον κόσμο τότε μπορείτε να διαβάσετε τις πιο έγκυρες αξιολογήσεις για εταιριες στοιχηματων με πολλές πληροφορίες για υπηρεσίες και τα στοιχηματικά μπόνους εγγραφής που δίνουν. Δείτε τη σελίδα και συλλέξτε τις δυνατές γνώσεις για να επιβιώσετε στο χώρο του διαδικτυακού παιχνιδιού.














Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις

Αγόρευση κ. Π. Παυλόπουλου κατά τη συζήτηση του σν του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: "΄Δικαστική προστασία κατά τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων-Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1989 (L 395) και την Οδηγία 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1992 (L 76), όπως τροποποιήθηκαν με την Οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2007 (L 335).»

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Βύρων Πολύδωρας): Το λόγο έχει τώρα ο κ. Προκόπης Παυλόπουλος, Βουλευτής Νέας Δημοκρατίας στην  Α’ Αθηνών. Ορίστε, κύριε Παυλόπουλε, έχετε το λόγο. 

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το προκείμενο νομοσχέδιο είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό θεσμικό κείμενο και τούτο για δύο λόγους: Αφορά τη δικαστική προστασία όχι μόνο την προσωρινή, αλλά σε τελική ανάλυση αφορά και την οριστική δικαστική προστασία σε ένα τομέα πάρα πολύ μεγάλης σημασίας για τη δημόσια και την οικονομική ζωή, δηλαδή τις δημόσιες συμβάσεις. Πρέπει να πω ότι δεν είναι μόνο ένα νομοσχέδιο προσαρμογής σε μια κοινοτική οδηγία. Είναι και αυτό. Στην ουσία δεν ξέρω αν αντιλαμβανόμαστε ότι εδώ σήμερα ψηφίζουμε ταυτοχρόνως έναν εκτελεστικό νόμο του Συντάγματος και συγκεκριμένα του άρθρου 20 παράγραφος 1 που αφορά τη δικαστική προστασία.
Και αυτό διότι η δικαστική προστασία ως θεσμός εξελίσσεται ανάλογα με τις συνθήκες που υπάρχουν. Και λόγω αυτής της εξέλιξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση οδηγούμαστε να ψηφίσουμε αυτό το νομοσχέδιο σήμερα.

Κατά συνέπεια, κύριε Υπουργέ, είναι ανάγκη να γίνει και κάτι άλλο όταν ψηφιστεί αυτό το νομοσχέδιο. Επειδή υπάρχουν και άλλες ρυθμίσεις της διοικητικής δικονομίας, που έχουν επέλθει από τότε που έγινε ο σχετικός κώδικας και επειδή εδώ έχουμε μια σημαντικότατη μεταβολή, που αφορά όχι μόνο την προσωρινή δικαστική προστασία, αλλά και την οριστική, είναι ανάγκη το συντομότερο δυνατό να κωδικοποιηθεί εκ νέου η διοικητική δικονομία για να έχουμε ένα ενιαίο κείμενο. Είναι καιρός για το Υπουργείο να βάλει μπρος μια επιτροπή, η οποία μπορεί να τελειώσει πολύ σύντομα, ώστε ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας να συμπληρωθεί και με αυτές τις διατάξεις. Αλλιώς και τα δικαστήρια και οι διάδικοι θα βρίσκονται μπροστά σε διάσπαρτες διατάξεις που είναι εξαιρετικά σημαντικές. Καταλαβαίνει καθένας από σας τι σημαίνει να χάσεις μία προθεσμία από αυτές που ορίζει αυτό το νομοσχέδιο, γιατί οι διατάξεις είναι διάσπαρτες εδώ και εκεί.
Είναι σημαντικό, λοιπόν, νομοσχέδιο, ουσιαστικά επιμέρους εκτελεστικός νόμος του Συντάγματος και χρειάζεται κωδικοποίηση γιατί πρέπει οι Κώδικες Δικονομίας να είναι πραγματικοί κώδικες και όχι να τους λέμε κατ’ όνομα κώδικες.
Έρχομαι σε ορισμένες παρατηρήσεις. Τις έκανα και στην επιτροπή. Δεν βλέπω να έχει κάνει κάποια αλλαγή ο κύριος Υπουργός. Είναι αυτονόητο ότι ψηφίζουμε το νομοσχέδιο. Είναι, όμως, κρίμα γιατί ενώ με απλές κινήσεις θα μπορούσαμε να αλλάξουμε κάποια πράγματα, τα οποία είναι ουσιαστικά όσον αφορά στην ορθότητα του νομοσχεδίου, δεν γίνεται αυτό.
Πρώτη παρατήρηση γενική. Είπα και στον κύριο Υπουργό και στην επιτροπή ότι αν δεν ρυθμισθεί το θέμα των σχέσεων της δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο κάνει προληπτικό έλεγχο σε αυτές τις συμβάσεις, με τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας, θα συνεχίσει να υπάρχει το φαινόμενο της ανασφάλειας δικαίου που η σύμβαση έχει κυρωθεί ουσιαστικά, έχει αρχίσει να εφαρμόζεται, έχει περάσει από τη βάσανο της νομολογίας των διοικητικών δικαστηρίων και ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας ή εδώ του διοικητικού εφετείου, αλλά το Ελεγκτικό Συνέδριο εξακολουθεί να έχει άλλη άποψη. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και το βλέπετε μπροστά σας, κύριε Υπουργέ. Πρέπει να ξεκαθαριστεί διά νόμου. Πρέπει να πεισθεί και το Ελεγκτικό Συνέδριο, να περιορισθεί σ’ αυτό που είναι η αποστολή του κατά το Σύνταγμα Κατά το Σύνταγμα, όταν ασκεί αυτόν τον έλεγχο τον προσυμβατικό δεν ασκεί δικαιοδοσία, αλλά ασκεί διοικητική αρμοδιότητα γιατί είναι διφυές όργανο. Αν έχει αποφανθεί το διοικητικό δικαστήριο για τη νομιμότητα της σύμβασης δεν μπορεί να έχει άλλη άποψη το Ελεγκτικό Συνέδριο. Εκεί που μπορεί να έχει άλλη άποψη είναι όταν κρίνει την καταβολή των ποσών, δηλαδή όταν εγκρίνει τη νομιμότητα των δαπανών εις εκτέλεσιν και όχι το κύρος της διοικητικής σύμβασης.
Αυτό η Κυβέρνηση πρέπει να το δει. Έπρεπε να το είχαμε δει και εμείς. Το είχα τονίσει από την εποχή που είχαμε την ευθύνη διακυβέρνησης της Χώρας. Δυστυχώς δεν έγινε. Και αυτό πρέπει να γίνει χωρίς να έρθει σε σύγκρουση με το Ελεγκτικό Συνέδριο για να μπορέσει το Ελεγκτικό Συνέδριο να αντιληφθεί ποιος είναι ο ρόλος του, πότε ασκεί δικαιοδοσία, πότε ασκεί διοικητική αρμοδιότητα και ποια είναι η δέσμευσή του από τη νομολογία που έχει προκύψει από τα διοικητικά δικαστήρια. Αλλιώς όλη η προσπάθεια που γίνεται για την επιτάχυνση των διαδικασιών και για την ασφάλεια δικαίου, που πρέπει να υπάρχει σε τόσο μεγάλες συμβάσεις, δεν πρόκειται να μας οδηγήσει πουθενά.
Έρχομαι στα άρθρα Άρθρο 2. Η διατύπωση που υπάρχει λέει «όποιος είχε ή έχει συμφέρον για την κατάρτιση της σύμβασης». Κατά τη γνώμη μου είναι αδόκιμος ο όρος. Είναι απλό να διορθωθεί. «Όποιος δικαιολογεί έννομο συμφέρον». Αυτό λέμε σε όλες τις διατάξεις της δικονομίας, γιατί το συμφέρον πρέπει να είναι έννομο και όχι να έχει κάποιος συμφέρον γενικά. Κάθε ένας έχει συμφέρον. Το συμφέρον είναι πολύ γενικός όρος. Ο όρος έννομο συμφέρον που χρησιμοποιούμε και στη νομολογία και στη δικονομία περιορίζει αυτό το συμφέρον κατά τρόπο ώστε να στηρίζεται πάνω σε μία νομική ρύθμιση, δηλαδή να καθίσταται έννομο και όχι να είναι ένα άναρχο οικονομικό συμφέρον.
Δεύτερη παρατήρηση στο άρθρο 3. Κύριε Υπουργέ, εκεί έχετε βάλει ότι το διοικητικό εφετείο αποφαίνεται αμετακλήτως. Και επειδή το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε κάνει το λάθος με το οργανικό κριτήριο και είχε διασπείρει τις συμβάσεις να κρίνονται από τα πολιτικά και από τα διοικητικά δικαστήρια, ορθώς τα συγκεντρώνει το νομοσχέδιο όλα στα διοικητικά δικαστήρια κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 94 του Συντάγματος μετά την Αναθεώρηση. Διότι τα διοικητικά δικαστήρια είναι και ο φυσικός δικαστής αυτών των διαφορών.
Αλλά αμετακλήτως; Δηλαδή δεν υπάρχει καν δεύτερος βαθμός; Δηλαδή όταν έχουμε προσφυγή ουσίας δεν θα υπάρχει δυνατότητα έφεσης στο Συμβούλιο Επικρατείας; Ή όταν είναι αίτηση ακυρώσεως να μην υπάρχει -γιατί αναίρεση δεν υπάρχει στο Συμβούλιο της Επικρατείας επί αιτήσεως ακυρώσεως επί ακυρωτικών διαφορών- έφεση, όταν πάντοτε υπάρχει; Το λέω γιατί θα το βρούμε μπροστά μας. Η διάταξη που σημαίνει ότι έχω ένα και μόνο βαθμό, ούτε καν δεύτερο βαθμό, ούτε αναίρεση, αλλά μία κα μόνη κρίση για τέτοια σημαντικά αντικείμενα, να είστε βέβαιος, κύριε Υπουργέ, ότι είναι και αντισυνταγματική. Επιπλέον είναι και αντίθετη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και συγκεκριμένα με τις διατάξεις που αφορούν τη δίκαιη δίκη, όπου λέει ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει μία και μόνη κρίση. Κατ’ εξαίρεση το είχαμε δεχτεί αυτό στην Ελλάδα και είχε γίνει δεκτό και από τα διεθνή δικαστήρια, όταν μιλάμε για αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου βεβαίως δεν υπάρχει τίποτε παραπάνω.
Αλλά εδώ το πάτε στο εφετείο και λέτε ότι δεν υπάρχει κανένας βαθμός παραπάνω ούτε καν αναίρεση. Είναι αντισυνταγματικό και θα το βρούμε μπροστά μας. Μπορούσε και έπρεπε να υπάρχει επί διαφορών ουσίας αναίρεση και επί ακυρωτικών διαφορών έφεση.
Έρχομαι στα άρθρα 4 και 5. Δεν ξεκαθαρίζει εδώ το νομοσχέδιο τι γίνεται στην προδικαστική προσφυγή στην περίπτωση κατά την οποία κάνεις τη προδικαστική προσφυγή, προτείνεις ορισμένους λόγους ακυρώσεως και ύστερα έρχεσαι να κάνεις την αίτηση ακυρώσεως. Ισχύει εδώ η νομολογία που λέει -επειδή πρόκειται για ενδικοφανή προσφυγή- ότι όταν υπάρχει ενδικοφανής προσφυγή, τότε οι λόγοι που προτείνεις με την ενδικοφανή προσφυγή είναι και οι μόνοι που μπορούν να προβληθούν και με το ένδικο βοήθημα που ασκεί στη συνέχεια είτε είναι προσφυγή είτε είναι αίτηση ακυρώσεως; Αυτό πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε σαφώς. Πιστεύω ότι πρέπει να πούμε ότι ισχύουν όσα ισχύουν και επί ενδικοφανών προσφυγών γενικά.
Άρθρο 6. Είπα στον κύριο Υπουργό ότι πρέπει να υπάρχει κύρωση και δεν αρκούν οι διατάξεις περί αποζημιώσεως και οι επόμενες. Πρέπει να υπάρχει κύρωση εις βάρος εκείνης της αρχής η οποία υπογράφει τη σύμβαση μολονότι δεν έχει λήξει όλη αυτή η διαδικασία και ενώ θα έπρεπε να έχει σταματήσει την υπογραφή της σύμβασης.
Στο άρθρο 9, λέει η διατύπωση ότι εφαρμόζονται σχετικά με το προσυμβατικό πταίσμα οι διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του Αστικού Κώδικα. Ζήτησα από τον Υπουργό να διευκρινίσει αν μιλάει για ευθεία εφαρμογή στις διοικητικές συμβάσεις των άρθρων 197 και 198. Έχουμε συνηθίσει και η νομολογία έχει πει, επειδή είναι ιδιόμορφες οι διοικητικές συμβάσεις και δεν διακυβεύονται τα ίδια συμφέροντα για το δημόσιο όπως στις ιδιωτικές συμβάσεις, ότι δεν μπορεί να εφαρμόζονται ευθέως οι διατάξεις των άρθρων 197 και 198 αλλά κατ’ αναλογία. Και το ορθότερο θα ήταν να πει σε αυτήν την περίπτωση μία λέξη. Ότι εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ως γενικές αρχές και να αφήσει το διοικητικό δικαστή στο τέλος να μπορέσει και εκείνος μέσα από αυτές τις διατάξεις να επιφέρει τις μεταβολές που είναι απαραίτητο να επέλθουν εξαιτίας της μεγάλης σημασίας των διοικητικών συμβάσεων και δη των διοικητικών συμβάσεων για τις οποίες μιλάμε εδώ.
Η τελευταία μου παρατήρηση αφορά το άρθρο 11. Να θυμίσω ότι πρέπει να διευκρινίσουμε ποιος είναι ο χρόνος -και από πότε αρχίζει- της μεταβατικής περιόδου. Γιατί είναι πολύ χρήσιμο να έχουν οι διάδικοι, οι δικηγόροι μία μεταβατική περίοδο -σύντομο περίοδο- ικανή για να μπορέσουν να συνηθίσουν στη νέα αυτή διαδικασία. Πρόκειται για τεράστιας σημασίας συμβάσεις και διακυβεύονται τεράστια συμφέροντα για το δημόσιο και για τους ιδιώτες. Δεν πρέπει να γίνουν δικηγορικά λάθη που θα μπορούσαν να είναι μοιραία. Πρέπει να υπάρχει χρόνος περίσκεψης και αφομοίωσης του περιεχομένου αυτού του νομοσχεδίου για να μπορέσουμε να κάνουμε εκείνο που πρέπει μελλοντικά.
Σας ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε για την ανοχή που επιδείξατε στην υπέρβαση του χρόνου.

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Βύρων Πολύδωρας): Ευχαριστούμε τον κ. Παυλόπουλο. Η ανοχή ως προς το χρόνο ήταν επιβεβλημένη εξαιτίας των ευστόχων νομικών παρατηρήσεών σας.
…………

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Φίλιππος Πετσάλνικος): Ο κ. Παυλόπουλος έχει το λόγο.

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[2]: Κύριε Πρόεδρε, όταν είπα ότι είναι αντισυνταγματικό και αντίθετο με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το να αποφαίνονται αμετακλήτως σε τόσο μεγάλες διαφορές τα δικαστήρια σ’ ένα και μόνο βαθμό σε επίπεδο εφετείου, ο κύριος Υπουργός μου αντέτεινε ότι υπάρχει νομολογία του δικαστηρίου του Στρασβούργου σύμφωνα με την οποία όταν μιλάμε για ανώτερα δικαστήρια δικαιολογείται αυτό το πράγμα. Δεν είναι έτσι. Πρώτα-πρώτα και να ήταν έτσι, τα ελληνικά δικαστήρια -και συγκεκριμένα το Συμβούλιο της Επικρατείας που είναι και ο φυσικός δικαστής που κρίνει τη συνταγματικότητα αυτών των θεμάτων- έχουν δεχθεί πάντα ότι ακόμα και όταν αίτηση ακυρώσεως δικάζεται στο εφετείο και όχι στο Συμβούλιο της Επικρατείας, πάντα υπάρχει έφεση. Από τότε που μεταφέρθηκαν ακυρωτικές διοικητικές διαφορές από το Συμβούλιο της Επικρατείας στο εφετείο, πάντα υπάρχει έφεση, δεύτερος βαθμός, ακόμα και σε ακυρωτικές διαφορές, ναι ή όχι; Γιατί; Διότι έτσι ερμήνευσε το άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος.
Δεύτερον, είναι νοητό να μιλάμε για διοικητικές διαφορές ουσίας, δηλαδή για προσφυγή -κύριε Πρόεδρε, και με τη νομική σας ιδιότητα αναφέρομαι- και είναι δυνατό να μιλάμε για τέτοιου είδους διαφορές και να μην υπάρχει αναίρεση; Είναι αδιανόητο αυτό για λόγους ενότητας της νομολογίας σε τόσο μεγάλα θέματα. Αυτά είναι θέματα ασφάλειας δικαίου.
Διαφωνώ λοιπόν με την ερμηνεία που δόθηκε σ’ αυτή τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δεν έχει πει αυτό το πράγμα η νομολογία και γι’ αυτό είμαι βέβαιος και το καταθέτω. Δείτε το και στην πορεία, κύριε Υπουργέ, γιατί είναι ανάγκη -το τονίζω- με την ερμηνεία που το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει δώσει. Έχει δεχθεί ότι και όταν ακυρωτικές διαφορές με αίτηση ακυρώσεως πάνε από το Συμβούλιο της Επικρατείας στο διοικητικό εφετείο, πάντα υπάρχει έφεση. Σήμερα ακόμα δείτε το στο Υπουργείο. Υπάρχει ή δεν υπάρχει πάντα έφεση; Γιατί τότε δεν αρκέστηκε, μέχρι σήμερα ο νομοθέτης στο να το αναθέσει στα διοικητικά εφετεία και να τελειώσει εκεί το πράγμα; Ιδίως στα θέματα ουσίας καλά να μην υπάρχει έφεση, αλλά ούτε αναίρεση για την ενότητα της νομολογίας; Ξέρετε τι σημαίνει, κάθε εφετείο να ερμηνεύει, όπως εκείνο θέλει, και να ξέρει ότι είναι ανέλεγκτο, ακόμα και σε επίπεδο αναιρετικού δικαστή; Μιλάω για τις διαφορές ουσίας, όχι για τις ακυρωτικές. Δεν νοείται εκεί αίτηση αναιρέσεως.
Ξέρω ότι έγκριτοι και έγκυροι δικαστές ήταν εκείνοι οι οποίοι συνέταξαν το σχέδιο νόμου. Ξέρω ποιος προήδρευε και ξέρω το κύρος του. Εγώ θα προτιμούσα να το δείτε στην πορεία και να ξανασυζητήσετε μαζί του, αν είναι ποτέ δυνατό να έχουμε έναν τέτοιου είδους περιορισμό σ’ ένα τόσο μεγάλο ζήτημα.
Επαναφέρω το θέμα γιατί είναι μία λέξη. Φοβάμαι ότι θα δημιουργήσει προβλήματα η ευθεία εφαρμογή για το προσυμβατικό πταίσμα στα άρθρα 197 και 198 του Αστικού Κώδικα Αν επιμένω για την ανάλογη εφαρμογή, επιμένω διότι επιτρέπει στο διοικητικό δικαστή, στο προσυμβατικό πταίσμα να επιφέρει με τη μορφή γενικών αρχών αλλαγές στο καθεστώς του Αστικού Κώδικα, που είναι πλήρως προσαρμοσμένες σήμερα στις ιδιωτικές διαφορές και βεβαίως, στις συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και όχι στις διοικητικές συμβάσεις.
Μην με παρεξηγήσετε, κύριε Υπουργέ. Δεν είναι εμμονές νομικού αυτές που σας λέω, αλλά είναι κάτι που μπορούμε να το δούμε στην πράξη, γιατί μιλάμε για αντικείμενα τεράστιας σημασίας, για διοικητικές συμβάσεις πρωτόγνωρης σημασίας για τα δεδομένα της ελληνικής έννομης τάξης.
Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε, και συγγνώμη για την υπέρβαση του χρόνου.

……………..


[1] Σελ. 2379, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es20100929.pdf

[2] Σελ. 2384, ό.π.