Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις
25-1-2011, Αγόρευση κ. Π. Παυλόπουλου ως Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου, κατά την συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: «Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και άλλες διατάξεις». (Συζητήθηκε επίσης το θέμα της κατάληψης της Νομικής Σχολής Αθηνών από παράνομους μετανάστες).
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η καταψήφιση επί της αρχής του συγκεκριμένου σχεδίου νόμου παρουσιάζει μία ιδιομορφία. Όπως ακούσατε και από τον εισηγητή μας, τον κ. Νεράντζη, δεν είναι ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ρυθμίσεις προς τη θετική κατεύθυνση, τις οποίες άλλωστε και υπερψηφίζουμε. Με το «όχι» επί της αρχής, εμείς, η παράταξη που έχει υπερψηφίσει -υπερβαίνοντας πολλές φορές και τα πολιτικά εσκαμμένα- αρκετά νομοθετήματα, επειδή θεωρεί ότι πρέπει να ψηφιστούν, επειδή βαίνουν προς τη σωστή κατεύθυνση έστω και εάν έχουν ελαττώματα, έχουμε σκοπό να αναδείξουμε κάτι, τον τρόπο με τον οποίο νομοθετούμε και κυρίως τις αρχές που πρέπει να υπερασπιζόμαστε και να υιοθετούμε όταν ψηφίζουμε σχέδια νόμου. Το «όχι» αυτό, λοιπόν, είναι βέβαια ουσιαστικό, αλλά περισσότερο συμβολικό. Και οι συμβολισμοί είναι σημαντικοί όταν μάλιστα δίνονται σε ένα νομοσχέδιο, του οποίου η καταψήφιση δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία για τη στάση του κόμματός μου εν όψει μεγάλων αναγκών που αντιμετωπίζει η χώρα. Το τονίζω, λοιπόν, αυτό και εξηγούμαι γιατί.
Κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του νόμου και του δικαίου είναι η σταθερότητα και η διάρκεια. Τρία είναι τα βασικά συστατικά του δικαίου: Το ένα είναι η κανονιστική εμβέλεια την οποία πρέπει να έχει ο κανόνας δικαίου. Δεν μπορεί ο κανόνας δικαίου να είναι απλώς και μόνο ένα ευχολόγιο. Το δεύτερο είναι το αίσθημα της δικαιοσύνης το οποίο πρέπει να αποπνέει. Το αίσθημα δικαιοσύνης με την αριστοτελική του όρου έννοια, που τέθηκε στα «Ηθικά Νικομάχεια», κατά το «εκάστω το ίδιον αυτώ αποδιδόναι». Αυτή η έννοια της δικαιοσύνης είναι το δεύτερο βασικό στοιχείο του δικαίου και του νόμου. Το τρίτο είναι η σταθερότητα την οποία πρέπει να έχει ο νόμος. Η σταθερότητα δε, γιατί είναι αναγκαία; Γιατί ο νόμος για να είναι ισχυρός, για να δικαιολογεί την παρουσία του στο πλαίσιο της κάθε έννομης τάξης, πρέπει, όχι απλώς και μόνο να εφαρμόζεται, αλλά να καθίσταται κτήμα εκείνων τους οποίους αφορά.
Το μεγαλύτερο πλήγμα το οποίο μπορεί να υποστεί ο νόμος είναι να χάσει την κανονιστική του ισχύ, όχι μόνο επειδή είναι ευχολόγιο, όχι μόνο επειδή παραβιάζει την αρχή της δικαιοσύνης, αλλά και γιατί αυτοί τους οποίους αφορά δεν είναι σε θέση να εμπεδώσουν τι είναι εκείνο το οποίο εφαρμόζουν. Και μια μορφή του αδίκου, που είναι εξαιρετικά κοινωνικά επικίνδυνη, είναι εκείνη που αφορά την παραβίαση του νόμου χωρίς να γνωρίζεις ότι τον παραβιάζεις. Γιατί βρίσκεσαι στο δίλημμα: Όταν έχεις κάποιον που παραβιάζει το νόμο γιατί το ξέρει, ξέρεις ποιον τιμωρείς. Όταν παραβιάζει κάποιος το νόμο δίχως να το ξέρει -και αυτό δεν δικαιολογείται στις σύγχρονες κοινωνίες- τότε από εκεί και πέρα τιμωρείται ή υφίσταται τις συνέπειες, ενώ δεν ευθύνεται εκείνος. Στην ουσία αποδυναμώνεται ο νόμος και όχι ο παραβάτης του.
Φτάσαμε στο σημείο, όμως, να νομοθετούμε με μια εξαιρετική ταχύτητα. Οι συνθήκες το επιβάλλουν βέβαια. Ζούμε σε μια εποχή όπου οι εξελίξεις είναι τέτοιες, ώστε ο νομοθέτης τρέχει κυριολεκτικά πίσω από την τεχνολογία, πίσω από την εξέλιξη των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων. Φτάσαμε στο σημείο ώστε, όταν ο νόμος τίθεται σε εφαρμογή, τα γεγονότα που τον παρήγαγαν να έχουν ξεπεραστεί. Οφείλουμε χωρίς εμμονές, όμως, να υπερασπιστούμε το νόμο, αυτόν που ψηφίζουμε και όταν μάλιστα τον ψηφίζουμε με μια μεγάλη πλειοψηφία.
Τι έγινε στο μεγάλο θέμα της σχολής των στελεχών της δικαιοσύνης; Ψηφίσαμε όλοι εδώ σχεδόν -και το ΠΑΣΟΚ τότε ως Αξιωματική Αντιπολίτευση- τον ν. 3689 το 2008. Τον ψηφίσαμε και θεωρήσαμε ότι ήταν ένας πολύ καλός νόμος. Σας θυμίζω δε ότι η επιτροπή που τον είχε καταρτίσει αυτόν τον νόμο είχε καταλήξει ομόφωνα στα συμπεράσματά της. Και ήταν μια επιτροπή την οποία αποτελούσαν κυρίως στελέχη της δικαιοσύνης, τα οποία είχαν καταλήξει σε ορισμένα ζητήματα, τα οποία ήταν εξαιρετικά σημαντικά. Ουσιαστικά πήρε σάρκα και οστά τότε η σωστή εκπαίδευση των στελεχών της δικαιοσύνης. Ψηφίστηκε ο νόμος και με τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ, το τονίζω. Και επεξηγώ, ότι το ΠΑΣΟΚ ήταν εξαιρετικά φειδωλό -θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη λέξη εντελώς «τσιγγούνικο»- σε ό,τι αφορά το «ναι» που έλεγε σε νομοσχέδια. Σπάνια το είχε πει. Πέντε-έξι νομοσχέδια είχε ψηφίσει στα πεντέμισι χρόνια. Ένα από αυτά ήταν και ο ν. 3689/2008, πρώτον, γιατί τον έβρισκε σωστό και δεύτερον, γιατί δεν είχε κάτι να αντιπροτείνει ούτε είχε αντιπροτείνει στη Βουλή την εποχή εκείνη κάτι. Τα Πρακτικά είναι εδώ.
Αυτός ο νόμος έρχεται να τροποποιηθεί σε πάμπολλα σημεία του. Δεν είναι ένα και δύο, είναι πολλά. Και αν μεν η τροποποίηση ήταν όλη προς τη σωστή κατεύθυνση, άντε να το καταλάβει κανείς. Αλλά και τότε ακόμα έπρεπε πρώτα να υποστεί ο νόμος τη βάσανο της εφαρμογής του, να αντιμετωπίσει το καμίνι της πραγματικότητας, να αφήσει να διαμορφωθούν στελέχη με αυτόν τον νόμο, αφού όλοι μαζί τον είχαμε ψηφίσει και ύστερα να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Δεν γίνεται αυτό. Η Κυβέρνηση, ο κύριος Υπουργός φέρνει ένα νόμο -το τονίζω, έχει και θετικά σημεία στα οποία θα μείνω στη συνέχεια για λίγο- και τον φέρνει, γιατί; Γιατί έχει διαφορετική αντίληψη από εκείνη που είχε το ΠΑΣΟΚ με τον ν. 3689 και κατά τη γνώμη του βαδίζει προς μία περαιτέρω διεύρυνση των οριζόντων σε ό,τι αφορά τη διδασκαλία των στελεχών της δικαιοσύνης.
Αυτό σημαίνει το «όχι» το δικό μας. Υπερασπιζόμαστε τη σταθερότητα του νόμου, την ανάγκη η τροποποίησή του να προκύπτει μέσα από συγκεκριμένες εφαρμογές που αποδεικνύουν τα ελαττώματά του. Το να τροποποιούμε ένα νόμο πριν εφαρμοστεί μόνο και μόνο γιατί έχουμε διαφορετική αντίληψη από το νομοθέτη και όχι από τον εφαρμοστή, ο οποίος αποδεικνύει και το τι σημαίνει ο νόμος, αυτό καθ’ ημάς έχει μια μεγάλη σημασία, γιατί πλήττει το νόμο στην ουσία του. Αυτό σημαίνει το «όχι». Και όχι το γεγονός ότι διαφωνούμε στα πάντα. Θέλουμε να στείλουμε μέσα από το νομοσχέδιο αυτό, που αφορά τον καίριο θεσμό της δικαιοσύνης αυτό το μήνυμα, να νομοθετούμε, αλλά να σεβόμαστε αυτά που νομοθετούμε. Ο νομοθέτης να αναγκάζεται να νομοθετήσει μέσα από την αδήριτη ανάγκη της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας, όχι μέσα από τα θεωρήματα, όχι μέσα από τις απόψεις των πολιτικών, οι οποίες μπορεί να αλλάζουν, χωρίς όμως αυτό να το επιβάλλει η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.
Πέραν τούτου όμως, αρκετές από τις ρυθμίσεις τις οποίες το νομοσχέδιο αυτό φέρνει δεν νομίζουμε ότι βελτιώνουν το σύστημα το οποίο υπάρχει και το οποίο δεν εφαρμόστηκε μέχρι σήμερα. Και τι εννοώ με αυτό; Βασικό συστατικό στοιχείο της φιλοσοφίας αυτού του νομοσχεδίου, όπως εισάγεται, είναι ότι με τη διεύρυνση προσώπων τα οποία μετέχουν στη διοίκησή της σχολής, παραδείγματος χάριν, ενισχύεται ο «κοινωνικός έλεγχος», όπως λέει verbatim η πρώτη κιόλας παράγραφος της αιτιολογικής έκθεσης: «Ενισχύεται ο κοινωνικός έλεγχος».
Ο όρος είναι αδόκιμος, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, γιατί μέσα από αυτόν το βερμπαλισμό νομίζω ότι ενδίδουμε στον πειρασμό αυτού που θα μπορούσα να πω «νομοθετικός μεταμοντερνισμός». Τι θα πει «κοινωνικός έλεγχος» σε ό,τι αφορά τη διδασκαλία και την εκπαίδευση των στελεχών της δικαιοσύνης; Να μου πει κανείς ότι με αυτόν τον τρόπο θέλουμε να διευρύνουμε τους ορίζοντες της διδασκαλίας, να εμφυσήσουμε έναν άλλο άνεμο γενικότερα, αυτό να το καταλάβω. Ο κοινωνικός έλεγχος σε ό,τι αφορά τις τρεις εξουσίες ασκείται επί των εξουσιών, επί εκείνων οι οποίοι ασκούν την κάθε εξουσία. Θα μπορούσα να αντιληφθώ κοινωνικό έλεγχο επί των δικαστικών λειτουργών οι οποίοι ασκούν τη δικαιοδοτική τους λειτουργία. Δεν αντιλαμβάνομαι, όμως, τι είδους κοινωνικός έλεγχος είναι εκείνος ο οποίος ασκείται πάνω σε όσους υφίστανται τη διδασκαλία για να γίνουν στελέχη της δικαιοσύνης. Γι’ αυτό μίλησα για αδόκιμο όρο. Γι’ αυτό είπα, ότι εδώ θέλουμε να δείξουμε ότι κάνουμε κάτι το οποίο και αναγκαίο δεν είναι και ενδεχομένως δεν είναι και σωστό.
Αυτό, άλλωστε, προκύπτει και γενικότερα από άλλα ζητήματα τα οποία διέπουν τις ρυθμίσεις οι οποίες τροποποιούνται σε αντιστοιχία με τον ν. 3689/2008. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: Προστίθενται μαθήματα σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου που υποτίθεται ότι ενισχύουν το δημοκρατικό φρόνημα των στελεχών της δικαιοσύνης. Εγώ να συμφωνήσω ότι πράγματι το μάθημα το οποίο αφορά την Ιστορία, τις ιστορικές στιγμές, τους ιστορικούς σταθμούς της δικαιοσύνης είναι σημαντικό. Τι άλλο, όμως, προσθέτουν οι ρυθμίσεις οι οποίες αφορούν την επέκταση σε άλλα μαθήματα, τα οποία δεν έχουν σχέση άμεση, αλλά υποτίθεται ότι διευρύνουν τους ορίζοντες; Ενισχύουν το δημοκρατικό φρόνημα; Κάνουν τους πολίτες οι οποίοι επιλέγουν τον κλάδο της δικαιοσύνης, να έχουν πιο ελεύθερο φρόνημα, όπως ακριβώς λέει, επειδή διδάσκονται αυτά τα μαθήματα μέσα σε δύο μήνες;
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η άποψή μας είναι σαφής. Όταν φτάνει κάποιος να μπει στη σχολή, η οποία αφορά τα στελέχη της δικαιοσύνης, τη σχολή δικαστών, ας την πω έτσι, τότε από εκεί και πέρα, από την καταβολή του, από τις πανεπιστημιακές του σπουδές, από τη γενικότερη μόρφωσή του, την οποία οφείλουμε να ελέγχουμε όταν γίνονται οι εξετάσεις, ή έχει το φρόνημα αυτό ή δεν το έχει. Και σας διαβεβαιώ ότι δεν πρόκειται να το αποκτήσει ούτε καν να το ενισχύσει με κάποια μαθήματα δύο μηνών. Νομίζω ότι στο σημείο αυτό πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Και το λέω αυτό για ένα λόγο παραπάνω. Γιατί είναι ανάγκη σε αυτό το μικρό χρονικό διάστημα -γιατί, κύριε Υπουργέ, το ξέρετε, είναι πολύ περιορισμένος ο χρόνος που μένουν αυτοί οι άνθρωποι μέσα στη σχολή- όταν βγουν, από εκεί και πέρα να ασκήσουν ορθώς τα δικαιοδοτικά τους καθήκοντα. Είναι ανάγκη, λοιπόν, να εντρυφήσουν περισσότερο σε θέματα νομοθεσίας και ιδίως νομολογίας. Θα βγουν δικαστές και αυτό που πρέπει να αποκτήσουν αμέσως είναι το κριτήριο του να μπορούν να δικάσουν. Αν δεν γίνει αυτό το πράγμα, τότε με συγχωρείτε πολύ, αλλά και δεν θα έχουν αποκτήσει φρόνημα -αν δεν το έχουν- και δεν θα μπορούν να βγάλουν μια δικαστική απόφαση σωστή. Και ξέρετε πάρα πολύ καλά ότι πάσχουμε σήμερα από δικαστές οι οποίοι -καίτοι είναι η εξαίρεση και ευτυχώς που είναι η εξαίρεση-βγάζουν ολοένα και περισσότερες εσφαλμένες αποφάσεις.
Δεν πρέπει να φοβόμαστε το ότι η σχολή αυτή πρέπει να έχει κυρίως δικαστική κατεύθυνση. Αν θέλετε, την ευρύτερη μόρφωση που την αποκτούν πριν, θα την αποκτήσουν και μετά. Αυτό που δεν πρόκειται να αποκτήσει ο δικαστής είναι το κριτήριο του δικαιοδοτείν, το οποίο πρέπει να το αποκτήσει και κυρίως από ποιους; Όχι τόσο από πανεπιστημιακούς δασκάλους, τους οποίους άλλωστε έχει γνωρίσει στα φοιτητικά θρανία -και το λέει ένας άνθρωπος ο οποίος και τώρα ακόμα εκπροσωπεί αυτόν τον κλάδο- αλλά μέσα από τους δικαστές εκείνους, τους πεπειραμένους δικαστές, οι οποίοι μπορούν να μεταλαμπαδεύσουν σε αυτούς τους ανθρώπους το πώς δικάζει κάποιος. Γι’ αυτό δεν συμφωνούμε με αυτήν την αλλαγή. Και δεν είμαστε συντηρητικοί, απλά σκύβουμε πάνω στο πρόβλημα της δικαιοσύνης και κοιτάμε τι είναι εκείνο το οποίο πρέπει να διαθέτει πρωτίστως ο δικαστής, όταν βγαίνει. Γιατί, όπως σας είπα, το ήθος κυρίως διαμορφώνεται πολλά χρόνια πριν και δεν μπορεί να αλλάξει, αν δεν υπάρχει, μέσα σε δύο μήνες.
Αυτές είναι οι βασικές αντιρρήσεις σε ό,τι αφορά τη γενικότερη φιλοσοφία. Δεν είπαμε ότι δεν υπάρχουν κι ορισμένα στοιχεία, τα οποία είναι θετικά. Θα τονίσω ένα, επειδή αναφέρθηκε προηγουμένως από τον κ. Βορίδη: Το θέμα το οποίο αφορά την άσκηση την οποία μπορούν να κάνουν δικηγόροι στα πρωτοδικεία και εφετεία. Εγώ το θεωρώ και το θεωρούμε στη Νέα Δημοκρατία ένα σημαντικό βήμα.
Και το θεωρούμε σημαντικό βήμα για δύο λόγους. Όχι βεβαίως γιατί θα καταντήσουν αυτοί οι ασκούμενοι «θεραπαινίδες» των δικαστικών λειτουργών, βγάζοντας φωτοτυπίες και άλλα. Αν εφαρμοστεί σωστά ο θεσμός, πρώτον, μπορεί να βοηθήσει ασκούμενους δικηγόρους -και ιδίως ασκούμενους δικηγόρους οι οποίοι δεν έχουν τα μέσα να έχουν πρόσβαση σε μεγάλα δικηγορικά γραφεία- να αποκτήσουν πρωτογενή αντίληψη του τι σημαίνει δικηγορία. Γιατί κι ο δικηγόρος είναι συλλειτουργός στη δικαιοσύνη.
Κυρίως όμως, κύριε Υπουργέ, ο λόγος που θα συμφωνήσω σ’ αυτόν τον τομέα είναι γιατί νομίζω πως είναι μια μεγάλη ευκαιρία, όσοι επιλέγουν αυτό το δρόμο της άσκησης, να οδηγηθούν στη συνέχεια -μέσα από αδιάβλητες εξετάσεις και χωρίς να αποκλείεται κανείς βεβαίως- στο χώρο της δικαιοσύνης. Γιατί είναι πολύ σημαντικό οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί –γιατί θα είναι γνωστό πια ποιο είναι το ήθος του καθενός απ’ αυτούς εκεί και ποιες είναι οι ικανότητές του- να ξέρουν στη συνέχεια, αν πάει να δώσει εξετάσεις, ότι ο άνθρωπος αυτός από μεράκι το έκανε κι έχει πολύ μεγαλύτερη εκπαίδευση, αφού αυτός επέλεξε αυτό το δρόμο, από άλλους οι οποίοι βλέπουν την πόρτα της δικαιοσύνης, ως ένα βιοπορισμό γιατί δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν. Και δυστυχώς το φαινόμενο του να έχουμε ανθρώπους που δεν έχουν τίποτε άλλο να κάνουν στη Νομική και οι οποίοι επιλέγουν το δρόμο της δικαιοσύνης για βιοπορισμό το βλέπουμε ολοένα και περισσότερο και πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Γι’ αυτό η εξεύρεση στελεχών μέσα από την ίδια την άσκηση νομίζω ότι είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό και το επικροτούμε ιδιαίτερα.
Κατά τα άλλα, υπάρχουν κι άλλα σημεία τα οποία επικροτούμε. Επικροτούμε τις αλλαγές τις οποίες επιφέρατε και που ξαναφέρνουν το θέμα της ισορροπίας σε σχέση με το Ελεγκτικό Συνέδριο, που έχει πραγματικά έναν ιδιόμορφο ρόλο στο χώρο της δικαιοσύνης, γιατί είναι το κατ’ εξοχήν διφυές δικαστικό όργανο. Και το Συμβούλιο Επικρατείας είναι διφυές, αλλά είναι εξαιρετικά περιορισμένη η διοικητική του αρμοδιότητα. Είναι μόνο η επεξεργασία των προεδρικών διαταγμάτων, κατά το άρθρο 95 του Συντάγματος. Ενώ, αντιθέτως, το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι ευρύτατα διφυές, γιατί έχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι όπου ασκεί αμιγώς διοικητική λειτουργία, σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των δημοσίων δαπανών, κι εκεί προσιδιάζει κατά πολύ με την Cour des Comptes, από την οποία κατάγεται, δηλαδή το αντίστοιχο Ελεγκτικό Συνέδριο της γαλλικής έννομης τάξης.
Όμως παρ’ όλα αυτά, ο προσανατολισμός, η έλλειψη βασάνου σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του προηγούμενου νόμου κι ο συμβολισμός, τον οποίο θέλουμε να απευθύνουμε, μας κάνει να λέμε «όχι» επί της αρχής. Να είστε βέβαιος, όμως ότι στη συζήτηση επί των άρθρων και θα επικροτήσουμε τα άρθρα εκείνα τα οποία πρέπει και θα προσπαθήσουμε να σας προτείνουμε ορισμένες βελτιώσεις στα άρθρα, που νομίζω ότι, εάν τις ακολουθήσετε, θα είναι και προς όφελος του ιδίου του νομοσχεδίου, κυρίως όμως θα είναι προς όφελος του όλου θεσμού της εκπαίδευσης των δικαστικών λειτουργών. Για τους οποίους πρέπει να έχουμε ιδιαίτερη μέριμνα σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς που η δικαιοσύνη έχει να αντιμετωπίσει τόσο μεγάλες προκλήσεις και κυρίως, όπως όλοι οι θεσμοί, δυστυχώς κι εκείνη βάλλεται πανταχόθεν. Άρα οφείλουμε, λόγω της ανεξαρτησίας της και της θεσμικής «μοναξιάς», την οποία έχει εξαιτίας της ανεξαρτησίας, να την υπερασπιστούμε όλοι και με συνέπεια και με ανιδιοτέλεια.
Ευχαριστώ πολύ.
………
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα το λόγο.
………
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Βύρων Πολύδωρας): Ορίστε, έχετε το λόγο.
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[2]: Τρία ζητήματα ετέθησαν στο περιθώριο της συζήτησης, που είναι κορυφαία σε ό,τι αφορά την επικαιρότητα και δεν αναφέρθηκα σ’ αυτά μιλώντας.
Έρχομαι στο πρώτο και απευθύνομαι σ’ όλη την Αίθουσα, γιατί αυτό αφορά όλους μας και δεν μπορεί να χωρούν υποκρισίες στο θέμα αυτό, ούτε δεύτερες σκέψεις ούτε σκοπιμότητες. Μιλάω γι’ αυτό το φαινόμενο, της εξαθλίωσης των ίδιων των μεταναστών, αλλά ταυτόχρονα μείωσης της ίδιας της έννομης τάξης και της ποιότητας της δημοκρατίας.
Κύριοι συνάδελφοι, αυτό το καθεστώς, το οποίο διαμορφώνεται αυτήν τη στιγμή είναι τριπλά επικίνδυνο. Είναι ένα καθεστώς απερίγραπτης ανομίας, το οποίο πλήττει καίρια την έννομη τάξη και την ποιότητα της δημοκρατίας. Δεύτερον, είναι ένα καθεστώς που πλήττει και τους ίδιους τους μετανάστες. Γιατί, στην ουσία, όσοι υπερασπίζονται αυτό που συμβαίνει στη Νομική Σχολή και αλλαχού, να ξέρουν ότι σε τελική ανάλυση υπερασπίζονται την εξαθλίωση των μεταναστών, όχι το κύρος τους, όχι τη ζωή τους, όχι την προσωπικότητά τους. Βεβαίως, όσοι υπερασπίζονται αυτή την κατάσταση, πλήττουν και το ίδιο το άσυλο.
Ελέχθη προηγουμένως, και συμφωνώ απόλυτα ότι το άσυλο έχει ένα συγκεκριμένο στόχο. Όταν χρησιμοποιείται κατά κατάχρηση εξουσίας -για να χρησιμοποιήσω τον νομικό όρο- στην ουσία αυτό το ίδιο αποδυναμώνεται, γιατί πρέπει να πάρεις μέτρα για να το υπερασπιστείς. Αν δεν το υπερασπιστούμε, εμείς το καταλύουμε.
Ξεκάθαρα πράγματα, λοιπόν. Δεν μπορεί να υπάρχουν σ’ αυτή τη Βουλή και δεν υπάρχουν δικαιολογίες για δεύτερες σκέψεις. Απόλυτη καταδίκη, μηδενική ανοχή σ’ αυτό το φαινόμενο και στήριξη όλων εκείνων, οι οποίοι πρέπει να προσπαθήσουν, υπερασπιζόμενοι την έννομη τάξη, να αποκαταστήσουν την τάξη αυτή. Με τον τρόπο αυτό υπηρετούμε και τη δημοκρατία, υπηρετούμε και το άσυλο και στην ουσία, και τους ίδιους τους μετανάστες. Υπηρετούμε τέλος την εικόνα της χώρας, τον πολιτισμό και την παιδεία μας.
Δεύτερο είναι το ζήτημα, το οποίο ετέθη σχετικά με το άρθρο 86 παράγραφος 5. Κύριε Υπουργέ, εγώ δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει δεύτερη σκέψη σε ό,τι αφορά το ζήτημα αυτό. Το «μπορεί» που χρησιμοποιεί ο συντακτικός νομοθέτης –γιατί η διάταξη αυτή ισχύει από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του ’75, ίσως δεν το σκέφτηκαν τόσο πολύ όταν χρησιμοποίησαν αυτή τη φράση- δεν είναι για να επισημάνει και να διαμορφώσει διακριτική ευχέρεια της Βουλής αν θα συσταθεί αυτό το ιδιόμορφο δικαστικό όργανο ερεύνης εκείνου του οποίου η κατηγορία έχει παραγραφεί, ή ορθότερα για την οποία έχει επέλθει αποσβεστική προθεσμία. Το «μπορεί», εάν το κοιτάξετε και το διαβάσει κανείς προσεκτικά, σημαίνει αρμοδιότητα. Το «μπορεί» χρησιμοποιήθηκε από τους συντάκτες τότε του σχεδίου Συντάγματος για να δείξει σε μία ιδιόμορφη περίπτωση -γιατί πράγματι, εκεί συνιστά ένα ιδιόμορφο δικαστικό όργανο η Βουλή- ότι έχει τη δυνατότητα να το κάνει, όχι τη διακριτική ευχέρεια. Είναι, λοιπόν, αρμοδιότητα, η οποία εξαρτάται από το αίτημα εκείνου που το υποβάλλει. Αν υποβληθεί το αίτημα, η αρμοδιότητα είναι δέσμια και έτσι πρέπει να ερμηνευθεί το σχετικό άρθρο.
Τέλος, χαίρομαι γι’ αυτά που είπε ο Υπουργός για το θέμα της «SIEMENS». Χαίρομαι γιατί πραγματικά η ελληνική δικαιοσύνη βλήθηκε κατά τρόπο απαράδεκτο τη στιγμή κατά την οποία τα μεγαλύτερα εμπόδια ετέθησαν από τη γερμανική πολιτεία και τη γερμανική δικαιοσύνη, η οποία παραβίασε κατάφωρα και το δικό της δίκαιο. Τώρα ξέρουμε ότι δεν άνοιξε το δρόμο για την έρευνα για να προστατεύσει τα συμφέροντα της «SIEMENS». Τώρα ξέρουμε ότι όλη η ιστορία αυτή έγινε ύστερα από την αναδίφηση του θέματος από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και όλη η προσπάθεια που υπήρξε ήταν πώς θα «αποκατασταθεί» η «SIEMENS» και να ξαναμπεί στο παιχνίδι διεθνώς. Εν ονόματι αυτού, έκλεισε τις πόρτες σε κάθε έρευνα. Και αντί να κοιτάξουμε αυτό -χαίρομαι που το επισήμανε ο κύριος Υπουργός- τα βάλαμε με τη δική μας δικαιοσύνη. Έστω και οψίμως είναι ένα συγγνώμη απέναντι στην ελληνική δικαιοσύνη, η οποία με όποιες δυνατότητες είχε έκανε τη δουλειά της, αλλά πάντως οι πόρτες ήταν κλειστές από τη Γερμανία, η οποία είναι υπόλογη και ως «μήτρα» της διαφθοράς και ως «μήτρα» της προσπάθειας συγκάλυψης.
Γι’ αυτό πρέπει να αποφασίσουμε όλοι εδώ ότι αυτό δεν θα περάσει απέναντι στη Γερμανία.
Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.
[1] 4430, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/ es20110125.pdf
[2] 4439, ό.π.
| < Prev | Next > |
|---|
