Αν θέλετε να μάθετε ποιες είναι οι πιο αξιόπιστες στοιχηματικες εταιριες στον κόσμο τότε μπορείτε να διαβάσετε τις πιο έγκυρες αξιολογήσεις για εταιριες στοιχηματων με πολλές πληροφορίες για υπηρεσίες και τα στοιχηματικά μπόνους εγγραφής που δίνουν. Δείτε τη σελίδα και συλλέξτε τις δυνατές γνώσεις για να επιβιώσετε στο χώρο του διαδικτυακού παιχνιδιού.














Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις

Αγόρευση κ. Προκόπη Παυλόπουλου κατά την συζήτηση επί της αρχής, του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: «Επιλογή δικαστικών λειτουργών στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης και επαναφορά του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων» .

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, από όλο το νομοσχέδιο -επειδή θα έχουμε την ευκαιρία το απόγευμα να μείνουμε στα άρθρα- θα σταθώ στο θέμα της συνταγματικότητας που αφορά στην επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης και γιατί έχει μείζονα σημασία και γιατί ως προς το άλλο σκέλος οι αντιρρήσεις μας σε ό,τι αφορά το αυτοδιοίκητο, εκφράστηκαν από τον εισηγητή μας τον κ. Νεράντζη.

Και τονίζω ότι το αυτοδιοίκητο δεν καθιερώνεται για πρώτη φορά, απλώς αλλάζει. Γι’ αυτό μένω σε αυτό το ζήτημα που θα θέσω τώρα και τα υπόλοιπα θα τα διεξέλθουμε στην κατ’ άρθρον συζήτηση, κατά την απογευματινή συνεδρίαση.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Κυβέρνηση παίρνει την πρωτοβουλία με το σχέδιο νόμου αυτό, να εισαγάγει τη συμβουλευτική παρεμβολή της Βουλής στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης, αναθέτοντας σχετική αρμοδιότητα διά νόμου σε όργανο της Βουλής, δηλαδή τη Διάσκεψη των Προέδρων.

Επικαλείται δε για να κάνει αυτήν την παρέμβαση: πρώτον, την εξουσιοδότηση του άρθρου 90 παράγραφος 5 που λέει «ως νόμος ορίζει» και στην αιτιολογική έκθεση, το γεγονός ότι αυτή η διάταξη βοηθάει «την αποδέσμευση της δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία».

Ας πάρουμε τα πράγματα ένα-ένα για να τα δούμε. Διότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με το τι μας αρέσει, αλλά τι είναι εκείνο, το οποίο προβλέπει το Σύνταγμα και τι είναι εκείνο, το οποίο επιτρέπει το Σύνταγμα. Και το λέω αυτό, γιατί θα συμφωνήσουμε σε κάτι όλοι και οι μη νομικοί, αφού εδώ δεν υπάρχουν ειδικοί και μη ειδικοί, είμαστε Βουλευτές και προστατεύουμε και εφαρμόζουμε το Σύνταγμα.

Είναι μια αυτονόητη αλήθεια ότι το Σύνταγμά μας ανήκει στα λεγόμενα «αυστηρά» Συντάγματα, δηλαδή τα Συντάγματα εκείνα, τα οποία έχουν ειδικό τρόπο αναθεώρησης και, επομένως, ο νόμος δεν μπορεί να τα τροποποιήσει. Μπορεί να το εξειδικεύσει, να το ερμηνεύσει, αλλά δεν μπορεί να το τροποποιήσει.

Τι κάνει όμως η Κυβέρνηση στην περίπτωση αυτή; Το άρθρο 90, παράγραφος 5 είναι σαφές. Αναθέτει στην εκτελεστική εξουσία, και δη στο Υπουργικό Συμβούλιο, την αρμοδιότητα επιλογής ηγεσίας της δικαιοσύνης, χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο -πλην της εξουσιοδότησης στο νόμο «ως νόμος ορίζει», αλλά πάντα στο πλαίσιο του Συντάγματος- να προσθέσει άλλη διάταξη. Άρα ο νόμος μπορεί να εξειδικεύσει τη διάταξη του Συντάγματος, να την ερμηνεύσει ευρέως, ακόμα και με τη δημοκρατική αρχή και την αρχή της δημοκρατικής νομιμοποίησης, αλλά δεν μπορεί να προσθέσει νέα διάταξη που δεν προβλέπεται από την κείμενη ρύθμιση του άρθρου 90, παράγραφος 5 του Συντάγματος. Αυτό είναι σαφές.

Στο σχέδιο νόμου τι κάνει; Προσθέτει καινούργια διάταξη. Και δεν είναι ατελής διάταξη, δεν είναι διάταξη imperfecta, δεν είναι lex imperfecta. Είναι γνωμοδοτική μεν αρμοδιότητα της Βουλής και δη της Διάσκεψης των Προέδρων, αλλά υποχρεωτική, με την έννοια ότι πρέπει να προηγηθεί αυτή η γνώμη, έστω και αν δεν είναι δεσμευτική. Άρα, έχουμε να κάνουμε με μία καινούργια διάταξη που αναθέτει αρμοδιότητα σε όργανο της Βουλής. Επομένως, τροποποιούμε διά νόμου το άρθρο 90, παράγραφος 5. Δεν το ερμηνεύουμε απλώς. Προστίθεται νέα διάταξη -το τονίζω- και αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς.

Θέλω δε να τονίσω το εξής. Παρατηρήστε -για να το συγκρίνουμε το πράγμα- τι συνέβη με τις ανεξάρτητες αρχές που επιλέγονται, βεβαίως, από τη Διάσκεψη των Προέδρων. Θα μπορούσε ποτέ, εάν δεν είχε προβλεφθεί ρητά στο άρθρο 101Α, παράγραφος 2 του Συντάγματος, αυτό να προκύψει μόνο από ερμηνεία; Και αν μου πείτε «μα εδώ δεν είναι αποφασιστική αρμοδιότητα, είναι γνωμοδοτική», εγώ σας ρωτώ -ρωτώ την Κυβέρνηση- το εξής: Μπορεί δια νόμου να πούμε για τις άλλες ανεξάρτητες αρχές -που δεν είναι συνταγματικώς κατοχυρωμένες -για να πάμε προς τη δημοκρατική τους νομιμοποίηση ότι γνωμοδοτικά και πάλι η Διάσκεψη των Προέδρων θα μπορούσε να εκφράζει τη γνώμη της, πριν αποφασίσει η Κυβέρνηση ποιους θα βάλει, εκεί που δεν είναι-επαναλαμβάνω- συνταγματικώς κατοχυρωμένες οι αρχές αυτές;

Λογικά, αν ακολουθήσουμε την άποψη της Κυβέρνησης, θα μπορούσατε, κύριε Υπουργέ, να φέρετε αύριο διάταξη νόμου και να πείτε «ναι, να γνωμοδοτεί και γι’ αυτές», παραδείγματος χάριν για την επιτροπή του ξεπλύματος «βρώμικου» χρήματος κ.λπ. Δεν το κάνετε, γιατί ξέρετε ότι δεν γίνεται. Όπως και να το κάνουμε, όποιες και αν είναι οι προθέσεις σας, η διάταξη είναι αντισυνταγματική.

Επικαλούνται δε την άποψη κάποιοι ότι το άρθρο 90, παράγραφος 6 προβλέπει ότι δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας αυτές οι αποφάσεις, επομένως ποια θα ήταν η κύρωση και αν ακόμη εφαρμοστεί ο νόμος; Μπορεί να γίνει αίτηση ακυρώσεως;

Πρώτα, πρώτα ξέρετε ότι το Σύνταγμα αποτρέπει την αίτηση ακυρώσεως από πλευράς παραδεκτού, πλην όμως, αφήνει άλλα ένδικα βοηθήματα, όπως παραδείγματος χάριν την αγωγή, η οποία μπορεί ν’ ασκηθεί και να τεθεί έτσι το θέμα της συνταγματικότητας του νόμου.

Και, δεύτερον, θέλω να σας πω, πώς προδικάζετε ότι έτσι θα ερμηνευτεί η διάταξη του άρθρου 90, παράγραφος 6; Το άρθρο 90, παράγραφος 6 μπήκε για να πει ότι δεν χρειάζεται κάποια αιτιολογία και επομένως, δεν προσβάλλονται από πλευράς εσωτερικής νομιμότητας οι εκτελεστές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου για την επιλογή της δικαιοσύνης. Ποιος αποκλείει να γίνει δεκτή η αίτηση ακυρώσεως σε ό,τι αφορά τη συνταγματικότητα της ανάθεσης της αρμοδιότητας ως προς την αρμοδιότητα της Βουλής;

Όλα αυτά σημαίνουν ότι, παρά τις προθέσεις, υπάρχει ένα πολύ σημαντικό λάθος, διότι ερμηνεύεται το Σύνταγμα κατά το δοκούν. Και σας διαβεβαιώ -γι’ αυτό μίλησα περί αυστηρού Συντάγματος- ότι το Σύνταγμα δεν μπορεί να ερμηνεύεται ανάλογα με το ον κρίνει κανείς κάτι ως προοδευτικό ή όχι. Το Σύνταγμα μπορεί να ερμηνεύεται ευρέως, αλλά εκεί που μπορεί να ερμηνευτεί ευρέως και, πάντως, όχι προσθέτοντας καινούργιες διατάξεις.

Και κάτι άλλο, κύριε Υπουργέ. Υπάρχει το πρωθύστερο, το οποίο τονίστηκε. Εδώ φθάσαμε στο σημείο να αναθέτετε αρμοδιότητα σε όργανο της Βουλής, στη Διάσκεψη των Προέδρων, με διάταξη νόμου, πριν τροποποιηθεί ο Κανονισμός της Βουλής.

Όταν προέβλεψα στο νόμο για την ΕΥΠ την αρμοδιότητα του κοινοβουλευτικού ελέγχου, το είχα βάλει στην αιτιολογική έκθεση και μόνο όταν άλλαξε ο Κανονισμός έφερα τη σχετική διάταξη.

Δεν ακολουθήσατε την ίδια διαδικασία. Τουλάχιστον, πρέπει να μπει στην έναρξη εφαρμογής -δεν ξέρω σε ποιο σημείο βρίσκεται η τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής- αφού είστε αποφασισμένοι να προχωρήσετε σε μία διάταξη, που σας είπα ότι κατά τη γνώμη μου είναι αντισυνταγματική, διάταξη ότι η έναρξη εφαρμογής των διατάξεων αυτών θα γίνει, όταν θα μπει σε εφαρμογή ο Κανονισμός της Βουλής. Αυτό είναι αναγκαίο, τουλάχιστον, για να σεβαστούμε την ιεραρχία των κανόνων δικαίου ή ορθότερα, τον επιμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ νομοθετικής πρωτοβουλίας της εκτελεστικής εξουσίας και της νομοθετικής εξουσίας της Βουλής, δηλαδή του Κανονισμού της Βουλής. Είναι αναγκαίο να μπει, τουλάχιστον, για να τηρήσουμε τα προσχήματα σε ό,τι αφορά την αρμοδιότητα της Βουλής και την αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής.

Ένα λεπτό ακόμη θα ήθελα για το πολιτικό σκέλος.

Ελέχθη στην αιτιολογική έκθεση -το είπα και στην αρχή- ότι όλο αυτό γίνεται, διότι με αυτόν τον τρόπο αυτό αποδεσμεύεται, δήθεν, η δικαστική εξουσία από την εκτελεστική εξουσία. Θα μιλήσουμε αργότερα για το πώς και αν η παρεμβολή της Βουλής είναι χρήσιμη και ως πoιο σημείο.

Αλλά, πρώτα από όλα, πρέπει να σας τονίσω ότι αυτό δεν είναι ορθό. Δεν αποδεσμεύεται. Η τελική αποφασιστική αρμοδιότητα ανήκει πάντα -και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά- στο Υπουργικό Συμβούλιο. Άρα, τι αποδέσμευση είναι; Γνωμοδοτική είναι η αρμοδιότητα Θα μου πείτε ότι απαλύνεται κάπως. Να το δεχθώ αυτό ότι απαλύνεται η απόλυτη αρμοδιότητα, την οποία έχει σήμερα το Υπουργικό Συμβούλιο.

Είπα ότι αυτό είναι αντισυνταγματικό, αλλά και αν δεχθώ τη συνταγματικότητα, ακούστε σε ποια αντίφαση οδηγούμαστε με τη ρύθμιση, την οποία φέρνετε. Γιατί η Κυβέρνηση φέρνει αυτήν τη ρύθμιση; Είναι γιατί ομολογεί, έρχεται και λέει ότι εγώ θεωρώ ότι το Υπουργικό Συμβούλιο, μέχρι σήμερα, από τα παραδείγματα που έχω, δεν κάνει καλά τη δουλειά του στην επιλογή. Περίπου «συναλλάσσεται» προηγουμένως με τους δικαστές, οδηγεί σε κομματικοποίηση ή σε ένα είδος νεποτισμού τη δικαιοσύνη και, επομένως, αυτό πρέπει να το αποφύγουμε. Δηλαδή, διαπιστώνει μια παθολογία της άσκησης της αρμοδιότητας από το Υπουργικό Συμβούλιο και δεν λέει πώς θα το διορθώσουμε αυτό, αλλά παραχωρεί την αρμοδιότητα σ’ ένα άλλο όργανο, με τρόπο αντισυνταγματικό, μόνο και μόνο για να πει ότι δεν μπορεί να διορθωθεί αυτή η κατάσταση.

Πρώτα, πρώτα πρέπει να είμαστε σαφείς, κύριοι συνάδελφοι. Το ότι μπορεί να υπήρξαν στο παρελθόν και διαχρονικώς λάθος επιλογές σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ναι, να το δεχθώ. Στη μεγάλη όμως πλειοψηφία των περιπτώσεων, το Υπουργικό Συμβούλιο, με όλες τις κυβερνήσεις, έκανε καλά τη δουλειά του. Δεν μπορεί, λοιπόν, να παίρνουμε την εξαίρεση και να την ανάγουμε σε κανόνα, για να κατηγορήσουμε ευθέως την εκτελεστική εξουσία, και δη το Υπουργικό Συμβούλιο, ότι δεν κάνει καλά τη δουλειά του.

Και, δεύτερον, από πότε ακούστηκε και πού ακούστηκε να λέμε, όποτε ένα όργανο και δη το ανώτατο όργανο της εκτελεστικής εξουσίας, από πλευράς ουσίας αρμοδιοτήτων, δηλαδή το Υπουργικό Συμβούλιο, δεν κάνει καλά τη δουλειά του, ότι το αποδυναμώνουμε, αντί να πούμε ότι ναι, βάζουμε κανόνες για να γίνεται σωστά η δουλειά από το Υπουργικό Συμβούλιο; Αυτή θα ήταν η σωστή τακτική, να εφαρμόσουμε το Σύνταγμα με το να πούμε ότι πρέπει η εκτελεστική εξουσία να αναλαμβάνει τις ευθύνες της. Όχι να της λέμε «είσαι ανίκανη εξ ορισμού να το κάνεις και να διορθωθείς, πετάμε, λοιπόν, «το μπαλάκι», έστω και γνωμοδοτικά, στη Διάσκεψη των Προέδρων, μήπως και εκείνη σε συνετίσει».

Λάθος ερμηνεία του Συντάγματος, λάθος πολιτική εκτίμηση και, κυρίως, υποβάθμιση του κύρους του Υπουργικού Συμβουλίου. Εγώ δεν δέχομαι, ακόμη και για μία Κυβέρνηση που δεν είναι Κυβέρνηση του κόμματός μου, κύριε Υπουργέ, τη λύση αυτή και την ομολογία ότι η εκτελεστική εξουσία είναι ανίκανη να ανακάμψει για τις οριακές εκείνες περιπτώσεις που στο παρελθόν, από όποιες κυβερνήσεις, δεν έκανε σωστά τη δουλειά της.

Δεν είναι τρόπος ερμηνείας του Συντάγματος να το χρησιμοποιούμε παραβιάζοντάς το, μόνο και μόνο για να μεταθέσουμε τις ευθύνες. Δυστυχώς, το έχουμε κάνει κάμποσες φορές. Το έχουμε κάνει με τον -αν θέλετε- αλόγιστο πολλαπλασιασμό των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών. Είναι ανάγκη να θωρακίσουμε τους θεσμούς, να τους κάνουμε καλύτερους και όχι απλώς να τους δίνουμε τη δυνατότητα να μεταθέσουν τις ευθύνες, μόνο και μόνο για να μπορούν, να είναι άλλοι οι υπόλογοι και όχι εκείνοι που, κατά το Σύνταγμα, έχουν τη σχετική αρμοδιότητα. Με απλές λέξεις, ας ασκήσουμε τις αρμοδιότητες του Συντάγματος υπεύθυνα και ας μη μεταθέτουμε τις ευθύνες μας.

Ευχαριστώ πολύ.

…………….

 


Σελ. 5187, http://www.parliament.gr/ergasies/praktika/pdf/es20100318(proi).pdf