Αν θέλετε να μάθετε ποιες είναι οι πιο αξιόπιστες στοιχηματικες εταιριες στον κόσμο τότε μπορείτε να διαβάσετε τις πιο έγκυρες αξιολογήσεις για εταιριες στοιχηματων με πολλές πληροφορίες για υπηρεσίες και τα στοιχηματικά μπόνους εγγραφής που δίνουν. Δείτε τη σελίδα και συλλέξτε τις δυνατές γνώσεις για να επιβιώσετε στο χώρο του διαδικτυακού παιχνιδιού.














ΑΙΤΙΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΤΟ «ΟΧΙ»
ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΝΟΝΑ ­
στην εφημερίδα "Τύπος της Κυριακής" της 13/2/2011


   Από θεσμική άποψη, η πρωτοβουλία καθιέρωσης του συνταγματικού δημοσιονομικού κανόνα για τις χώρες της ευρωζώνης που δεν τον έχουν υιοθετήσει ως τώρα -και είναι η συντριπτική πλειοψηφία- δεν μπορεί και δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει για τους εξής –μεταξύ άλλων φυσικά- λόγους, οι οποίοι έχουν αναφορά στην ίδια τη δημοκρατική αρχή.  Και ευελπιστούμε πως η Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της –άρα και η Γερμανία- αποδέχεται τουλάχιστον τους στοιχειώδεις κανόνες Δημοκρατίας, μέσα από τους οποίους γεννήθηκε και ενόψει των οποίων και μόνο μπορεί να οραματίζεται ένα μέλλον ανάλογo των προσδοκιών που τη θεμελίωσαν.

I.    Κατά πρώτο λόγο, η αρχή της ισότητας –ένας από τους πυλώνες πάνω στους οποίου εδράζεται το θεσμικό και κοινωνικό αέτωμα της δημοκρατικής αρχής- επιβάλει ένας τέτοιος δημοσιονομικός κανόνας να ισχύει για όλα, ανεξαιρέτως, τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης.  Μόνο που η αρχή της ισότητας, κατά γενική πλέον ομολογία και αποδοχή, δεν νοείται αριθμητικώς αλλά αναλογικώς.  Δηλαδή με την έννοια της ίσης μεταχείρισης ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων και, συνακόλουθα, της άνισης μεταχείρισης ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων.  Για ν’ αναχθούμε στον αριστοτελικής καταγωγής ορισμό «εκάστω το ίδιον αυτώ αποδιδόναι».  Και στην εντελώς σύγχρονη εποχή, κατά τον μέντορα της περί Δικαιοσύνης θεωρίας Τζων Ρόουλς («Θεωρία περί Δικαιοσύνης», 1971), η πλήρης και συνεπής αρχή της ισότητας, κατά το πνεύμα της, σημαίνει πρωτίστως ισότητα ως προς την αφετηρία, από την οποία ξεκινά καθένας.  Με άλλα λόγια –και για το ζήτημα που αναλύεται εδώ- δεν είναι δίκαιο να υποχρεώνεις χώρες να οδηγηθούν στα ίδια οικονομικά αποτελέσματα, επιβάλλοντας επιλεκτικώς τεράστιες θυσίες στο κατά περίπτωση κοινωνικό σύνολο, εφόσον αυτές ξεκινούν, χωρίς δική τους μάλιστα αποκλειστικώς υπαιτιότητα, από διαφορετική οικονομική αφετηρία.  Πολύ περισσότερο όταν η διαφοροποίηση ως προς την αφετηρία οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, στο ότι οι χώρες που έμειναν πίσω πληρώνουν ουσιαστικά το κόστος για να μπορούν σήμερα άλλοι να παραδίδουν μαθήματα οικονομικής προόδου και να εμφανίζονται ως «παραδείγματα προς μίμησιν»!  Συνεπώς, η γενικευμένη και ισοπεδωτική εφαρμογή ενός συνταγματικού δημοσιονομικού κανόνα παραβιάζει την αρχή της ισότητας, με την έννοια της αναλογικής Δικαιοσύνης και αντιβαίνει στις ίδιες τις αρχές και της αξίες, πάνω στις οποίες θεμελιώνεται η δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

II. Κατά δεύτερο λόγο, όπως είναι αυτονόητο, η είσοδος του κατά τ’ ανωτέρω δημοσιονομικού κανόνα στα επιμέρους Συντάγματα των κρατών-μελών της ευρωζώνης μπορεί να συντελεσθεί μόνο μέσα από τη διαδικασία αναθεώρησής τους.  Τούτο ισχύει, φυσικά , και για την Ελλάδα.  Δεν θα υπεισέλθω στην ανάλυση του προβλήματος σύμφωνα με το οποίο, οφθαλμοφανώς, έως όταν ολοκληρωθούν οι διαδικασίες μιας τέτοιας αναθεώρησης, ιδίως υπό την σημερινή κρίσιμη παγκόσμια και ευρωπαϊκή συγκυρία, το όλο ζήτημα θα έχει καταστεί ήδη ανεπίκαιρο και οι όποιες δυσμενείς οικονομικές συνέπειες θα έχουν προφανώς επέλθει.

Α. Μένοντας σε καθαρώς θεσμικό επίπεδο διευκρινίζω ότι, με βάση τη δημοκρατική αρχή την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα όργανά της οφείλουν να σέβονται στο ακέραιο, μια διαδικασία αναθεώρησης των Συνταγμάτων των κρατών-μελών της ευρωζώνης είναι αδιανόητο να επιβληθεί, υπό το παρόν στάδιο λειτουργίας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και του status της κυριαρχίας των κρατικών συνιστωσών του, με απλές πολιτικές αποφάσεις των οργάνων της.  Είτε πρόκειται π.χ. για το Συμβούλιο, ακόμη σ’ επίπεδο κορυφής είτε, πολύ περισσότερο, για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.  Η δημοκρατική αρχή αποκρούει και αποκλείει, στοιχειωδώς, μια τέτοια εκδοχή.  Τα ως άνω όργανα, υπό τα σημερινά δεδομένα, μπορούν βεβαίως να λαμβάνουν πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις, στο πλαίσιο του πρωτογενούς και του παράγωγου ευρωπαϊκού δικαίου και να δρομολογούν τις αντίστοιχες κυρώσεις.  Δεν μπορούν, όμως, να επιβάλλουν μεταβολές ως προς το συνταγματικό θεμέλιο, πάνω στο οποίο εδράζεται η έννομη τάξη κάθε κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Υπό διαφορετική εκδοχή το ήδη σημαντικό, και θεσμικώς αλλά και πολιτικώς, διαβρωτικό δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα οδηγηθεί σ’ έναν ακόμη πιο ολισθηρό κατήφορο.  Και σε μια περίοδο όπου η Δημοκρατία είναι ζητούμενο για πολλά κράτη του Πλανήτη, που την έχουν στερηθεί ή και δεν την έχουν καν γνωρίσει, θα ήταν τουλάχιστον αποκαρδιωτικό η Ευρωπαϊκή Ένωση να δίνει δείγματα περιφρόνησης των αρχών, τις οποίες πρώτη οφείλει να υπηρετεί για να διδάσκει, με το παράδειγμά της, άλλους ως προς την ανάγκη σεβασμού και εμπέδωσής της.

Β. Άρα μόνον εφόσον, όπως ήδη τονίσθηκε, τροποποιηθεί το υφιστάμενο καθεστώς του πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου, ήτοι εφόσον θεσπισθεί ένα είδος «Ευρωσυντάγματος» που θα επικυρωθεί απ’ όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το οποίο θα περιέχει, ως αναπόσπαστο τμήμα του, και τον δημοσιονομικό κανόνα, είναι δυνατό να υποχρεωθούν τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης να κινήσουν τη διαδικασία αναθεώρησης των Συνταγμάτων τους για να τον ενσωματώσουν.  Οιαδήποτε άλλη εκδοχή ανατρέπει τη νομική λογική, πάνω στην οποία θεμελιώνεται το θεσμικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπονομεύει δραματικά την πορεία της προς την, όποια, τελική της ενοποίηση.  Ας μην αυταπατώμεθα:  Και το ευρωπαϊκό όραμα, για να γίνει κάποτε πράξη, υπακούει στην διαχρονική ρήση του Θουκυδίδη, όταν έγραφε τον πρόλογο της ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου: «Κτήμα ες αεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν ξύγκειται».

 


­ Ολόκληρο το άρθρο δημοσιεύεται στο portal της Νέας Δημοκρατίας : http://beta.nd.gr/web/dialogos/4/-/message_boards/view_message/439492