Αν θέλετε να μάθετε ποιες είναι οι πιο αξιόπιστες στοιχηματικες εταιριες στον κόσμο τότε μπορείτε να διαβάσετε τις πιο έγκυρες αξιολογήσεις για εταιριες στοιχηματων με πολλές πληροφορίες για υπηρεσίες και τα στοιχηματικά μπόνους εγγραφής που δίνουν. Δείτε τη σελίδα και συλλέξτε τις δυνατές γνώσεις για να επιβιώσετε στο χώρο του διαδικτυακού παιχνιδιού.














Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις

12-4-2011.     Αγόρευση κ. Π. Παυλόπουλου ως Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου της Ν.Δ. κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σν του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: «Τροποποίηση του ν. 3126/2003 για την ποινική ευθύνη των Υπουργών».

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Φίλιππος Πετσάλνικος): Το λόγο έχει ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας κ. Παυλόπουλος για μία σύντομη παρέμβαση.

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]: Κύριε Πρόεδρε, πάνω σ’ αυτό που ελέχθη από εσάς για την αίτηση που έχει κάνει ο συνάδελφος κ. Κοντός σας ζητώ το λόγο.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Φίλιππος Πετσάλνικος): Το λόγο έχει ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας κ. Παυλόπουλος για μία σύντομη παρέμβαση.

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, πιστεύω -και αυτό είναι το αναφαίρετο δικαίωμα που έχει κάθε άνθρωπος, ο οποίος κατηγορείται και φθάνουμε στο σημείο να μη διώκεται, διότι επικαλείται η Βουλή τη διάταξη περί εξάλειψης του αξιοποίνου λόγω της επέλευσης της αποσβεστικής προθεσμίας- ότι οφείλει να απαντήσει ο Πρόεδρος της Βουλής προς τον κ. Κοντό σ’ αυτό το αίτημα το οποίο έχει κάνει, που είναι απόλυτα νόμιμο.

Ο κ. Κοντός τι είπε στο αίτημά του; Εν όψει της ενεργοποίησης, που ο ίδιος την ζητά -και δεν είναι ενεργοποίηση αυτής της διάταξης υπό αίρεση, αλλά επειδή πρόκειται να συσταθεί αυτό το όργανο το οποίο δεν έχει συσταθεί- ο κ. Κοντός θεωρεί ότι η διάταξη του Συντάγματος που λέει ότι μετέχουν και οι δικαστές στην περίπτωση αυτή πρέπει το όργανο αυτό να συντίθεται όσο το δυνατόν περισσότερο από δικαστές και, ει δυνατόν, να μην υπάρχουν πολιτικά πρόσωπα.

 

Αυτό δεν το αποκλείει το Σύνταγμα. Κάθε άλλο. Μπορεί, πλην του Προέδρου, να μην είναι κανένα πολιτικό πρόσωπο, μπορεί να είναι, παραδείγματος χάριν, νομικοί ή καθηγητές. Όμως, ο κ. Κοντός αυτό έθεσε, να δικαστεί απ’ αυτό το όργανο, να φύγει από πάνω του ένα στίγμα που δεν του ανήκει και από εκεί και πέρα, αυτό το όργανο να μην έχει πολιτικά πρόσωπα, ακριβώς διότι τα πολιτικά πρόσωπα είναι εκείνα, μίας συγκεκριμένης πλειοψηφίας, τα οποία οδήγησαν την κατάσταση εκεί. Και είναι φυσικό και απόλυτο δικαίωμα να θεωρεί ότι δεν υπάρχει η απαραίτητη αντικειμενικότητα προς αυτήν την κατεύθυνση.

Λέγω, λοιπόν, επειδή αυτό είναι ιερό δικαίωμα του καθενός να το ζητήσει, όταν ζούμε σε μία εποχή σπίλωσης συνειδήσεων, σπίλωσης προσώπων, τα πρόσωπα να έχουν αυτή τη δυνατότητα να ξαναβγούν καθαρά στην κοινωνία και να μην είναι έρμαια οποιασδήποτε πολιτικής συγκυρίας. Θεωρώ, λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ότι στην περίπτωση αυτή πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα ή, ορθότερα, το αίτημα που έθεσε ο κ. Κοντός. Πρέπει να συσταθεί το όργανο αυτό και συμφωνώ απόλυτα με το αίτημα το οποίο κάνει για όσο το δυνατόν περισσότερους δικαστές και όχι πολιτικά πρόσωπα, εάν θέλουμε πραγματικά να αποφασίσει έντιμα και αντικειμενικά ένα τέτοιο όργανο σε τόσο λεπτές υποθέσεις.

Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Φίλιππος Πετσάλνικος): Κύριε Παυλόπουλε, κατ’ αρχάς, αντιλαμβάνομαι και εγώ τη θέση του κ. Κοντού, όπως και κάθε συναδέλφου που θα ήταν στην ίδια θέση, αλλά θα μου επιτρέψετε να σας διορθώσω. Ο κ. Κοντός δεν κατέθεσε μία αίτηση -την έχω μπροστά μου- ή μία πρόταση, για να συγκροτηθεί μία επιτροπή στην οποία όσο το δυνατόν περισσότεροι δικαστές θα μπορούσαν να συμμετέχουν.

Το άρθρο 86 του Συντάγματος είναι σαφές. Ομιλεί για επιτροπή, στην οποία μπορούν να συμμετέχουν και ανώτατοι δικαστές. Το άρθρο 155 του Κανονισμού, στην παράγραφο 9, εξειδικεύει και λέει: «Στην ειδική επιτροπή της προηγούμενης παραγράφου προεδρεύει ένας από τους Αντιπροέδρους της Βουλής». Άρα, αυτό σημαίνει ότι μπορούν να συμμετέχουν και ανώτατοι δικαστές, αλλά σαφώς πολιτικά πρόσωπα και προεδρεύει ένας από τους Αντιπροέδρους της Βουλής.

Η δε επιστολή του κ. Κοντού, από την οποία σας διαβάζω σχετική παράγραφο, σε ό,τι αφορά την πρότασή του λέει: «Υπό την αναγκαία προϋπόθεση της συμμετοχής σε αυτήν -επιτροπής- αποκλειστικά και μόνο ανώτατων δικαστικών λειτουργών». Επομένως, ο κ. Κοντός βάζει έναν όρο, μία προϋπόθεση: «Αποκλειστικά και μόνο ανώτατων δικαστικών».

Το Σύνταγμα είναι σαφές, ο Κανονισμός της Βουλής είναι σαφής. Αντιλαμβάνεστε ότι το αίτημα αυτό, υπό τους όρους που θέτει, δεν είναι ένα αίτημα που μπορώ και πρέπει να εξετάσω και να ενεργοποιήσω στα πλαίσια του ισχύοντος Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής.

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, παρακαλώ το λόγο.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Φίλιππος Πετσάλνικος): Το λόγο έχει ο κ. Παυλόπουλος.

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ: Είπα στην αρχή κάτι. Έστω και αυτήν την απάντηση την οφείλετε στον κ. Κοντό. Μπορείτε να του πείτε: «Αυτό συμβαίνει».
Βεβαίως, έχουν θεσπιστεί αυτές οι διατάξεις σε μία εποχή που κανείς δεν είχε υπ’ όψιν του ποια είναι η συγκυρία που επικρατεί τώρα. Απαντήστε του, λοιπόν, με αυτά τα νομικά επιχειρήματα που έχετε, αλλά παρακαλώ να δείτε και να δούμε -γι’ αυτό το τόνισα προηγουμένως- μήπως θα πρέπει αυτά να αλλάξουν και αυτή η επιτροπή να έχει όσο το δυνατόν περισσότερο δικαστικό σχηματισμό. Δεν βλέπουμε, με αφορμή και το νομοσχέδιο που φέρνουμε σήμερα, ότι εμπλέκουμε -και ορθώς- τη δικαιοσύνη, έστω και στα όρια του Συντάγματος, γνωμοδοτικά στα θέματα, τα οποία αφορούν αμιγώς κοινοβουλευτικά καθήκοντα; Γιατί, λοιπόν, να μην του δώσετε απάντηση και από εκεί και πέρα να δούμε την τροποποίηση του Κανονισμού, ώστε όσο το δυνατόν περισσότεροι δικαστές να μετέχουν σ’ αυτό;

«Και δικαστικοί λειτουργοί», όπως λέει το Σύνταγμα, κατά την εκτίμησή μου -και εδώ είναι οι συνάδελφοι και άλλοι για να αποφασίσουμε - δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι αποκλείεται η πλειοψηφία να ανήκει σε δικαστικούς λειτουργούς. Δεν λέει ότι πρέπει να είναι κατά πλειοψηφία κάποια άλλα πρόσωπα. Κατευθυντήρια είναι αυτή η οδηγία την οποία δίνει το Σύνταγμα και από εκεί και πέρα, εναπόκειται στον Κανονισμό της Βουλής και στο νομοθέτη.

Θα ήθελα να πω και κάτι άλλο. Έχω μεγάλη αμφιβολία, κύριε Πρόεδρε, στο εξής και το λέω και για τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Εδώ είναι η αντίφαση που υπάρχει. Εδώ, σήμερα, έχουμε ένα νομοσχέδιο που ρυθμίζει θέματα Κανονισμού της Βουλής, τα οποία ζητήματα του Κανονισμού της Βουλής έπρεπε να ρυθμίζονται από εκείνην και όχι από το νόμο. Η διάταξη, την οποία διαβάσατε και η οποία έχει μπει από την αρχή στον Κανονισμό της Βουλής και το ξέρετε, είναι διάταξη η οποία κανονικά έπρεπε να έρχεται με τον εκτελεστικό νόμο της σχετικής διάταξης του Συντάγματος, κύριε Υπουργέ, και όχι από τον Κανονισμό της Βουλής.

Θα μου πει κανείς: Γιατί μπήκε τότε; Σας θυμίζω ότι μέχρι το 1997 ζούσαμε χωρίς εκτελεστικό νόμο του Συντάγματος ως προς την ευθύνη των Υπουργών. Ο ν.2509 ψηφίστηκε το 1997. Όλες οι διατάξεις περί ποινικής ευθύνης ρυθμίζονταν στο μεταβατικό αυτό στάδιο από τον Κανονισμό της Βουλής και είχε τεθεί με-γάλο ζήτημα που είχε απασχολήσει τη Βουλή, εάν θυμάστε, και την εποχή του ’89.

Άρα, εδώ πρέπει να δούμε και εάν ο Κανονισμός στο σημείο αυτό είναι σωστός, γιατί είναι και θέμα της εκτελεστικής εξουσίας.

Επιπλέον, πρέπει να δούμε, ό,τι και εάν συμβεί, εάν θα πρέπει να αναθεωρήσουμε τις απόψεις για τη σύνθεση αυτού του οργάνου, που πρέπει να συσταθεί εν όψει και της συγκυρίας και όσων συμβαίνουν. Το λέω, χωρίς να υπάρχει καμία, εάν θέλετε, έξαρση στα λόγια μου, χωρίς να προσπαθώ να κομματικοποιήσω τίποτε απολύτως, αλλά υπερασπιζόμενος το ιερό δικαίωμα ενός ανθρώπου να μπορέσει να βγει καθαρός σε μία κοινωνία, η οποία αυτήν τη στιγμή ζει υπό τις σκιές πολλών καταγγελιών, από τις οποίες όμως οι περισσότερες είναι αναπόδεικτες.

Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.

…………

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Φίλιππος Πετσάλνικος): Το δικαίωμα είναι, πράγματι, ιερό κάθε ανθρώπου και κάθε συναδέλφου, αλλά, κύριε Παυλόπουλε, μου κάνει εντύπωση. Σας διάβασα το Σύνταγμα, είστε έγκριτος νομικός και έγκριτος διοικητικολόγος και συνταγματολόγος.

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ: Απαντήστε του με αυτά που είπατε.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Φίλιππος Πετσάλνικος): Μπαίνει η προϋπόθεση αυτή από τον κ. Κοντό -σας διάβασα τι ισχύει και κατά τον Κανονισμό- και συνεχίζει ο κ. Κοντός και λέει: «Προτείνω δε, για να διευκολυνθεί η διαδικασία, να οριστούν μέλη της επιτροπής οι ανώτατοι δικαστικοί, οι οποίοι έχουν επιλεγεί και διερευνούν την αναφερομένη υπόθεση». Εννοεί, δηλαδή, το τετραμελές δικαστικό συμβούλιο που είχε κληρωθεί.

Ακόμη και απέναντι στο ιερό δικαίωμα που έχουμε της υπεράσπισης του εαυτού μας -αυτό ισχύει για όλους, για κάθε πολίτη και για κάθε συνάδελφο- από την άλλη μεριά υπάρχει και το ιερό καθήκον να τηρούμε το Σύνταγμα, να τηρούμε τον Κανονισμό της Βουλής, που εψήφισε αυτή η Βουλή με βάση τη διάταξη του Συντάγματος. Όταν θέτουμε τέτοιους όρους, κατά αποκλειστικότητα να είναι δικαστικοί και μάλιστα θέλω μόνο εκείνους τους δικαστικούς λειτουργούς, αντιλαμβάνεσθε ότι ως Πρόεδρος δεν μπορώ να ενεργοποιήσω μια τέτοια διαδικασία.

Το ότι θα πρέπει να δούμε τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος, μαζί με διάφορα άλλα θέματα, όπως και το θέμα της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 86 κ.λπ., στην επόμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος σαφώς θα πρέπει να τα δούμε όλα αυτά.

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ: Και να δει κανείς το θέμα της αρμοδιότητας της εκτελεστικής εξουσίας.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Φίλιππος Πετσάλνικος): Όμως, ο συνταγματικός χάρτης της χώρας είναι εκείνος ο χάρτης που πρέπει ως κόρη οφθαλμού να διαφυλάσσουμε και να υπηρετούμε.
…………

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Αναστάσιος Κουράκης): ….. Το λόγο έχει ο κ. Προκόπης Παυλόπουλος, Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, για δώδεκα λεπτά.

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[2]: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Ζητώ συγγνώμη που θέλησα να μιλήσω σήμερα, στερώντας το λόγο από συναδέλφους που περιμένουν υπομονετικά. Επειδή, όμως, αύριο υπάρχει η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας με ένα σοβαρό θέμα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε και ενδεχομένως δεν θα μπορούσα να μιλήσω, γι’ αυτό παίρνω τώρα το λόγο, αφού ζητήσω για μια ακόμη φορά συγγνώμη από τους συναδέλφους.

Κύριοι συνάδελφοι, το συγκεκριμένο νομοσχέδιο το οποίο συζητούμε, καθίσταται σημαντικό όχι τόσο από την ουσία του. Έχει τη σημασία του, πράγματι. Καθίσταται σημαντικό λόγω της συγκυρίας, περισσότερο λόγω του μηνύματος το οποίο πρέπει να δώσουμε επειδή υπάρχει αυτή η συγκυρία και όχι γιατί μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τα ισχύοντα σχετικά με το νόμο περί ευθύνης Υπουργών. Υπάρχει το εμπόδιο του Συντάγματος. Επομένως οποιεσδήποτε σημαντικές μεταβολές μπορούν να επέλθουν μόνο μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Λέω, λοιπόν, ότι είναι η συγκυρία που το κάνει σημαντικό. Θα μου επιτρέψετε η ομιλία μου να έχει δύο όψεις. Η πρώτη αναλύει τη συγκυρία και την ένταξη της συγκυρίας στο νομοσχέδιο και του νομοσχεδίου στη συγκυρία και η δεύτερη, αφορά ορισμένες παρατηρήσεις επί της αρχής πάνω στις βελτιωτικές, πάντοτε, ρυθμίσεις τις οποίες φέρνει το νομοσχέδιο. Γι’ αυτό και το υπερψηφίζουμε.

Η συγκυρία: Ποια είναι η κατάσταση που ζούμε σήμερα; Μια γενικευμένη προσπάθεια να θεωρήσουν από τη μία πλευρά κάποιοι ότι όλος ο πολιτικός κόσμος ευθύνεται για ό,τι έχει συμβεί. Και ακόμη ότι τα φαινόμενα που βλέπουμε, είτε είναι υπαρκτά είτε είναι μορφώματα της προπαγάνδας που υπάρχει πολλές φορές, οφείλονται στο ότι θεωρούμε πως σε ορισμένες περιπτώσεις είμαστε υποχρεωμένοι να ομολογήσουμε ότι το ίδιο το Σύνταγμα και η ίδια η νομοθεσία είναι αυτά που μας εμποδίζουν να επιφέρουμε την κάθαρση, όταν και όπου αυτή απαιτείται.

Εδώ, κύριοι συνάδελφοι, απευθυνόμενος σε όλους εκείνους οι οποίοι και μέσα στην Αίθουσα και έξω απ’ αυτήν, περιφέρονται γενικεύοντας για τους πάντες, θεωρώντας ότι ζούμε σε ένα καθεστώς ανομίας ως προς τον πολιτικό κόσμο, θέλω να πω ότι δεν είναι έτσι. Πρέπει να υπερασπιστούμε ορισμένα πράγματα, όχι για τους επίορκους, όχι για εκείνους οι οποίοι έχουν διαπράξει αδικήματα και όλα αυτά πρέπει να βγουν στο φως, αλλά γιατί πρέπει επιτέλους να δείξουμε τι έχει γίνει από πλευράς θεσμικής ως σήμερα και ότι εν πάση περιπτώσει όλοι δεν είναι ίδιοι, όλοι δεν έχουν πραγματικά το λεκέ επάνω τους -για να χρησιμοποιήσω τη φράση, την οποία συνηθίζουμε να ακούμε.

Σε ό,τι αφορά αυτό που ακούω πολλές φορές και το οποίο μου προκαλεί από θλίψη μέχρι οργή -και καλά να το ακούει κανείς από αμαθείς εκτός Αιθούσης, αλλά να το ακούει από συναδέλφους- ότι δηλαδή είμαστε εμείς, ιδίως η Αναθεωρητική Βουλή του 2001, η οποία δημιούργησε τα προγεφυρώματα εκείνα που εμποδίζουν να λειτουργήσει σήμερα ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών όπως θα έπρεπε, δηλαδή να δικάζεται κάθε Υπουργός όπως δικάζεται κάθε πολίτης. Ισχύει αυτό;

Ισχύει ότι, πράγματι, είτε μετά το 1974 είτε ιδίως μετά το 2001, δημιουργήσαμε εμείς τα συνταγματικά εμπόδια για να λειτουργήσει ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών; Ουδέν τούτου ανακριβέστερο, κύριοι συνάδελφοι.

Συγγνώμη για την ιστορική αναδρομή, την οποία θα κάνω, αλλά οφείλω να την κάνω.

Ξέρετε ποιος ήταν ο πρώτος νόμος περί ευθύνης Υπουργών; Ο ν. ΦΠΣΤ/1877. Ο νόμος αυτός ξέρετε περίπου μέχρι πότε έμεινε εν ισχύι; Μέχρι το 1971. Τι προέβλεπε ο νόμος αυτός στο πλαίσιο όλων των Συνταγμάτων, από το 1864, το 1911, το 1927, το 1952; Προέβλεπε ότι υπάρχει αποσβεστική προθεσμία -από τότε υπήρχε η αποσβεστική προθεσμία- για τρεις συνεχόμενες συνόδους της ίδιας Βουλής κι αν γίνονταν εκλογές, δεν μπορούσε να υπάρξει ευθύνη Υπουργών για επόμενη περίοδο. Αυτό ίσχυε μέχρι το 1971, όταν εκδόθηκε το νομοθετικό διάταγμα επί δικτατορίας, το 802/1971, το οποίο προέβλεψε ότι υπάρχει αποσβεστική προθεσμία μέχρι την επόμενη σύνοδο, αφότου γίνουν εκλογές, ρύθμιση που ίσχυε μέχρι την Αναθεώρηση του 2001. Αυτή είναι η αλήθεια.

Άρα αυτή η ασυλία του πολιτικού κόσμου, για την οποία κάποιοι σήμερα μιλούν, σε χειρότερη μορφή υπήρχε στη χώρα μας από το 1877.

Το 2001 όχι μόνο δεν θωρακίσαμε τα προνόμια του πολιτικού κόσμου -όσα και όποια είναι αυτά- αλλά τότε επιφέραμε σημαντικές μεταβολές για την ενίσχυση της διαφάνειας. Και ποιες ήταν αυτές; Λυπάμαι που δεν μιλώ για το νομοσχέδιο και αναγκάζομαι να μιλήσω γι’ αυτά. Τι έγινε τότε;

Πρώτον, η μία σύνοδος έγιναν δύο σύνοδοι. Κι αν σκεφτείτε ότι υπάρχει η δυνατότητα παράτασης της συνόδου, τότε καταλαβαίνετε ότι μπορεί να φθάσει μέχρι τα μέσα και παραπάνω της επόμενης Βουλευτικής Περιόδου από την περίοδο εκείνη κατά την οποία συνετελέσθη ένα αδίκημα. Ουσιαστικά διπλασιάσαμε το χρόνο.

Δεύτερον, παρενεβλήθη ένα συγκεκριμένο δικαστικό στάδιο που δεν υπήρχε πριν. Θυμάστε τι έγινε το 1989. Τότε η Βουλή αποφάσισε «κατευθείαν στο Ειδικό Δικαστήριο». Τώρα παρεμ-βάλλεται το ενδιάμεσο στάδιο και του δικαστικού συμβουλίου και της ειδικής επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης, για να υπάρ-χουν δικαστικές εγγυήσεις και όχι να αποφασίζει ο πολιτικός κό-σμος με πολιτικά κριτήρια και η εκάστοτε συγκυρία και η εκάστοτε πλειοψηφία επίσης.

Τέλος, δικαστικοποιήθηκε από πλευράς σύνθεσης το όργανο το οποίο δικάζει. Θυμάστε την περίοδο του 1989 κατηγόρους μέσα από τη Βουλή, δηλαδή Βουλευτές που ασκούσαν ρόλο κατηγόρου που δεν τους ανήκε; Αυτό καταργήθηκε. Και το δικαστικό συμβούλιο έχει αμιγή σύνθεση δικαστική και αποτελείται από πέντε μέλη, τρία μέλη του Αρείου Πάγου, δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και το Ειδικό Δικαστήριο είναι αμιγώς δικαστικό και αποτελείται από δεκατρία μέλη, έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, επτά μέλη του Αρείου Πάγου.

Αυτά έγιναν και υπήρξε μια τεράστια βελτίωση. Στις μέρες μας, λοιπόν -και είμαστε πολλοί μέσα σ’ αυτήν την Αίθουσα που μετείχαμε στην Αναθεώρηση- όχι μόνο δεν θεσπίσαμε προνόμια, αλλά διευρύναμε το πλαίσιο εκείνο το οποίο υπήρχε προηγουμένως, ώστε ο πολιτικός κόσμος να μην έχει ασυλία. Κι αυτό πρέπει να το τονίζουμε.

Βεβαίως, θα μπορούσαμε την εποχή εκείνη να έχουμε καταργήσει εντελώς το θεσμό και να πάμε στην κοινή διαδικασία, όπως ισχύει για κάθε πολίτη και ενδεχομένως μέσα από την άδεια της Βουλής μόνο που παρέχεται προς τα δικαστήρια, όπως ισχύει για τους Βουλευτές. Μόνο που θέλω να σας πω ότι όλα δεν γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη.

Θυμηθείτε τη συγκυρία του 2001. Είχαμε αυτά τα φαινόμενα -γι’ αυτό λέω ότι νομοθετούμε με βάση και την συγκυρία- που βλέπουμε σήμερα; Σας θυμίζω ότι βεβαίως υπήρξαν και συνάδελφοι που είχαν πει από τότε ότι μπορεί να γίνει αυτό. Η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της Βουλής την εποχή εκείνη υπερψήφισε τις διατάξεις του Συντάγματος και το νόμο που ψηφίσθηκε ως εκτελεστικός νόμος στη συνέχεια, το ν.3126/2003. Όμως η πρόοδος που είχε συντελεστεί, ήταν εξαιρετικά σημαντική. Αυτό είναι μια αλήθεια. Δεν ανατρέψαμε τα πάντα, αλλά σε ό,τι αφορά το μερίδιο ευθύνης που ανήκει στην πολιτική γενιά που εκπροσωπούμε, κάναμε το χρέος μας.

Ας μην αυτομαστιγωνόμαστε, λοιπόν, για να γίνουμε αρεστοί σε κανάλια, σε εκπομπές, σε εκείνο με το οποίο εμείς τροφοδοτούμε πολλές φορές την κοινή γνώμη. Γιατί όταν της λέμε ότι ως πολιτικοί το μόνο που κάναμε -η γενιά αυτή που υπηρετεί στο Κοινοβούλιο- ήταν να θωρακίσουμε τα προνόμιά μας, θα το πι-στέψει. Γιατί να μην το πιστέψει, όταν το ομολογούμε εμείς;

Το τονίζω, δεν κάναμε τα πάντα. Δεν είχαμε την διορατικότητα που έπρεπε να υπάρχει την εποχή εκείνη για να μπορέσουμε να φτάσουμε σε ένα σημείο πολύ πιο προχωρημένο. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, κάναμε σημαντικά βήματα τότε. Μην τα απεμπολούμε τα βήματα αυτά. Μην τα αγνοούμε, μην τα μηδενίζουμε.

Όταν μηδενίζουμε τα πάντα στην πολιτική ζωή, τότε εμείς οι ίδιοι και ευθυνόμαστε γι’ αυτό που μας συμβαίνει και πριονίζουμε το ίδιο το κλαδί της δημοκρατίας, γιατί αμφισβητούμε τους θεσμούς τους οποίους οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε. Να μην κρύψουμε την αλήθεια σε καμιά περίπτωση. Να μη φειστούμε κανενός εκ των ανωτέρω. Αλλά δεν πρόκειται και δεν πρέπει να δεχθούμε να ισοπεδώνουμε τα πάντα για να γίνουμε αρεστοί σε ένα αίσθημα -το τονίζω- που εμείς και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης διαμορφώσαμε.

Κι ύστερα θέλω να τονίσω και κάτι άλλο. Μην ξεχνάτε ότι αν το σημερινό Σύνταγμα και ο σημερινός νόμος περί ευθύνης Υπουργών εφαρμοστεί στο ακέραιο μπορεί να αποδώσει πολλά. Σκεφτήκαμε, παραδείγματος χάριν, πώς χρησιμοποιήθηκε ορισμένες φορές και για τι σκοπιμότητες χρησιμοποιήθηκε ιδίως σήμερα; Σκεφτήκαμε ότι η ίδια η διάταξη του Συντάγματος στο άρθρο 86 ξεκινάει και λέει ότι η ειδική αποσβεστική προθεσμία η οποία υπάρχει, ισχύει μόνο για τα αδικήματα εκείνα των μελών της Κυβέρνησης, των Υφυπουργών τα οποία ετελέστησαν κατά την άσκηση των καθηκόντων; Τι σημαίνει το «άσκηση των καθηκόντων»;

Πόσο μπορούσαμε και πόσο μπορούμε ως την επόμενη αναθεώρηση να στενέψουμε πολύ, να κάνουμε συσταλτική ερμηνεία, των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος, για να πούμε τι είναι εκείνο που εμπίπτει στην άσκηση των καθηκόντων και να θεωρήσουμε ότι αδικήματα συγκεκριμένα τα οποία τελούνται όχι σε άμεση συνάρτηση με την άσκηση των καθηκόντων αλλά παραπλεύρως, θα μπορούσαν να είναι αδικήματα τα οποία δεν συνδέονται με την άσκηση αυτή! Και επομένως, δεν ισχύει γι’ αυτά η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 86, παράγραφος 3 του Συντάγματος.

Τα έχουμε σκεφτεί αυτά πριν αρχίσουμε να αυτομαστιγωνόμαστε και να κατηγορούμε εαυτούς γι’ αυτό που δεν κάναμε πραγματικά; Αξίζει τον κόπο για όλους εκείνους, οι οποίοι είναι επίορκοι -και ευτυχώς είναι λίγοι- να ευθύνονται όλοι οι οποίοι δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα; Δεν έχουν διαπράξει κάτι που θα δικαιολογούσε αυτήν τη γενίκευση η οποία αποτελεί πλήγμα και για το κύρος του πολιτικού κόσμου και για ό,τι αφορά ζητήματα σχετικά με την ποιότητα της δημοκρατίας.

Θέλω να κάνω και δύο παρατηρήσεις, αν και όταν θα έρθουμε στα άρθρα θα τα πούμε.

Σε ό,τι αφορά την παραγραφή δεν θα το έλεγα και θα σταματούσα εδώ. Αλλά, κύριε Υπουργέ, πρέπει να το κάνω γιατί υπάρχει μια παρεξήγηση. Άκουσα και από συναδέλφους να μιλάνε σχετικά με την παραγραφή, η οποία εξομοιώνεται με την κοινή παραγραφή για κάθε πολίτη του άρθρου 1 στο σχέδιο νόμου που συζητάμε. Το τονίζω, γιατί ακούστηκε προηγουμένως ότι καταργείται η παραγραφή. Δεν είναι κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας. Η αποσβεστική προθεσμία παραμένει. Δεν μπορεί να φύγει παρά μόνο με Αναθεώρηση του Συντάγματος. Η παραγραφή ενεργοποιείται μόνο ύστερα από την παραπομπή. Αφορά την εκδίκαση από το Ειδικό Δικαστήριο και το Συμβούλιο. Τίποτα παραπάνω. Να το ξεκαθαρίσουμε αυτό για να μην πιστεύει ο κόσμος ότι καταργήσαμε μέσω της νομοθετικής αυτής πρωτοβουλίας τα πάντα. Το έχει πει ο Υπουργός. Αναγκάζομαι να το πω και εγώ γιατί ακούστηκε από συνάδελφο προηγουμένως.

Δεύτερον, κύριε Υπουργέ, ρίξτε μια ματιά στην έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σε ορισμένα σημεία. Εμείς όπως σας είπα, θα ψηφίσουμε το νομοσχέδιο και το άρθρο 2 παρά το γεγονός ότι εκεί πρέπει να δείτε ότι θίγει ορισμένα θέματα που είναι σημαντικά. Τονίστηκε από τους συναδέλφους.

Μην ξεχνάτε ότι το σημερινό σχέδιο νόμου έχει ξεκινήσει από τις μέρες της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, όταν το είχαμε φέρει με τον κ. Δένδια από κοινού το καλοκαίρι στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας του 2009. Δεν προλάβαμε να το ψηφίσουμε γιατί στο μεταξύ έγιναν οι εκλογές. Αλλά τότε είχαμε προβλέψει το ίδιο το γνωμοδοτικό όργανο που αυτήν τη στιγμή θεσπίζετε στο άρθρο 2. Μόνο που εμείς το είχαμε θεσπίσει ως όργανο, το οποίο είναι διαρκές, έχει ενιαύσια θητεία, υπάρχει πάντοτε στη Βουλή και το οποίο επιλαμβάνεται, ανάλογα με το πότε το θέλει η Βουλή και το αποφασίζει η Βουλή, πριν οι τριάντα Βουλευτές πάρουν την πρωτοβουλία να καταθέσουν πρόταση για τη σύσταση ειδικής επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης.

Αν το κάνατε αυτό -και έχετε το περιθώριο- δεν θα υπήρχαν τα συνταγματικά προβλήματα που επισημαίνει η έκθεση. Γιατί η έκθεση επισημαίνει ορισμένα ζητήματα. Δε συμφωνώ με το άρθρο 89 και την παράβαση του άρθρου 89 ως προς τη φύση του οργάνου αυτού. Γιατί είναι, πράγματι, ένα όργανο που ασκεί οιονεί δικαιοδοτικά καθήκοντα, αφού αφορά τη διαδικασία προκαταρκτικής εξέτασης και, επομένως, δεν νομίζω ότι παραβιάζει το άρθρο 89.

Όμως, υπάρχει ένα διπλό ζήτημα στην περίπτωση αυτή. Υπάρχει το ζήτημα ότι με τη μορφή που το φέρνετε εσείς -δηλαδή, πρώτα οι τριάντα Βουλευτές και ύστερα έρχεται ad hoc και δημιουργείται αυτό το Συμβούλιο, γίνεται ψηφοφορία εάν το θέλουμε ή όχι- έχουμε τρεις διαφορετικές ψηφοφορίες: μία για να γίνει δεκτή η πρόταση των τριάντα, μία για να γίνει δεκτή η πρόταση της Βουλής για τη δημιουργία αυτού του Συμβουλίου του συμβουλευτικού οργάνου της Βουλής και τρίτον, η τελική ψηφοφορία.

Πρέπει, επίσης, να διευκρινίσετε, όπως σωστά το επισημαίνει η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, αν απορριφθεί το αίτημα για τη σύσταση αυτού του οργάνου τι σημαίνει αυτό; Πρέπει να σημαίνει αυτό ότι δεν συνιστάται ή από εκεί και πέρα, δεν μπορεί να συσταθεί γενικώς η Ειδική Επιτροπή Προκαταρτικής Εξέτασης; Είναι ένα σοβαρό θέμα ερμηνείας, το οποίο θέτει.

Επιπλέον -και τελειώνω μ’ αυτό και συγγνώμη που μακρηγόρησα, αλλά είναι νομίζω συνταγματικά προβλήματα που θα τα βρούμε μπροστά μας- σκεφτείτε τι είπε το δικαστικό συμβούλιο στην υπόθεση Βατοπεδίου. Η Βουλή είναι εκείνη, η οποία θα αποφασίσει εάν έχει αρμοδιότητα, για να δούμε εάν υπάρχει υπέρβαση του χρόνου της ειδικής αποσβεστικής προθεσμίας.

Πότε το αποφασίζει η Βουλή; Μήπως, κύριοι συνάδελφοι, πρέπει να δούμε ότι οι τριάντα Βουλευτές, που παίρνουν την πρωτοβουλία για τη σύσταση της Ειδικής Επιτροπής Προκαταρτικής Εξέτασης, τι λένε στην ουσία; Αποδέχονται ότι δεν υπάρχει παραγραφή και ζητούν τη σύσταση της επιτροπής. Αν έρθει μεθαύριο το γνωμοδοτικό όργανο που συνιστούμε και πει ότι όχι, έχει επέλθει παραγραφή, τι θα γίνει;

Υπάρχει ή δεν υπάρχει ζήτημα σε ό,τι αφορά το γεγονός πως μολονότι υπάρχει «παραγραφή», Βουλευτές που ασκούν δικαστικά καθήκοντα μέσα σ’ αυτήν την Αίθουσα -γιατί και οι τριάντα που παίρνουν την πρωτοβουλία, δικαστικά καθήκοντα ασκούν στην ουσία- ναι ή όχι, θα είναι έκθετοι εάν έχουν παραβιάσει την αρχή που λέει ότι η Βουλή στην περίπτωση αυτή δεν έχει αρμοδιότητα, γιατί έχει τελειώσει αυτή η ει-δική αποσβεστική προθεσμία;

Άρα επικρέμαται ο κίνδυνος να εφαρμοστεί το άρθρο 239 του Ποινικού Κώδικα για κατάχρηση εξουσίας;

Θα τα δούμε αύριο αυτά. Αν είχε γίνει, όμως, δεκτή η πρόταση, όπως την είχαμε εκθέσει τότε, τα πράγματα θα μας είχαν θωρακίσει από ορισμένα συνταγματικά ζητήματα που είναι δυνατόν να δημιουργηθούν και τα οποία καλύτερα θα ήταν να τα βλέπαμε από τώρα, παρά στη διαδρομή, όταν είναι βέβαιο ότι αναγκαστικά θα φτάσουμε στην εφαρμογή του υπό συζήτηση σχεδίου νόμου.

Τώρα για τη συγκυρία της δημιουργίας τού σχεδίου νόμου θα πούμε και ορισμένα πράγματα αύριο σχετικά με τις επιτροπές που έρχονται, ιδίως με το θέμα των υποβρυχίων.

Σας ευχαριστώ πολύ, κύριοι συνάδελφοι και ζητώ συγγνώμη που πήρα το χρόνο σας.


[1] Σελ., 8948, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es20110412.pdf
[2] Σελ. 8966, ό.π.