Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις
4/10/2011. Αγόρευση κ. Π. Παυλόπουλου κατά την συζήτηση επί της αρχής, του σ/ν του Υπ. Εσωτερικών «Διεύρυνση της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας με τη διενέργεια δημοψηφίσματος».
…
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]: Ευχαριστώ, κυρία Πρόεδρε.
Κύριε Υπουργέ, κύριοι συνάδελφοι, σε μία στιγμή όπου η χώρα είναι βυθισμένη σε αυτήν τη συγκλονιστική οικονομική και κοινωνική κρίση, συζητούμε στο Κοινοβούλιο ένα ζήτημα το οποίο είναι κορυφαίο από θεσμικής πλευράς. Και μιλώ για το δημοψήφισμα.
Το άρθρο 44 του Συντάγματος, όπως είναι γνωστό κύριοι συνάδελφοι, εισάγει θεσμό άμεσης δημοκρατίας. Ουσιαστικά μαζί με τις διατάξεις του Συντάγματος που αφορούν την εκλογή των προσώπων που συνθέτουν το Κοινοβούλιο, καθώς και των προσώπων, τα οποία μετέχουν στην τοπική αυτοδιοίκηση, είναι το άλλο άρθρο που αφορά ένα θεσμό άμεσης δημοκρατίας. Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανείς πόσο σημαντικό είναι αυτό το ζήτημα και μάλιστα στη σημερινή εποχή.
Το πόση σημασία δίνουμε εμείς ως Νέα Δημοκρατία σ’ αυτό το ζήτημα φάνηκε από την όλη έως τώρα πορεία μας. Η Νέα Δημοκρατία ήταν που εισήγαγε, μετά το Σύνταγμα του 1927 ουσιαστικά για πρώτη φορά, το θεσμό του δημοψηφίσματος σε συνταγματικό επίπεδο. Η Νέα Δημοκρατία είναι εκείνη που ψήφισε αμέσως, μολονότι άλλοι εκτελεστικοί νόμοι ήρθαν αρκετά αργότερα, τον εκτελεστικό νόμο για το άρθρο 44, ή ορθότερα, τον εφαρμοστικό νόμο 450/76. Αργότερα, σχετικά πρόσφατα, η Νέα Δημοκρατία ήταν εκείνη η οποία θεσμοθέτησε το δημοψήφισμα σ’ επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι στις προτάσεις τις οποίες ο κ. Σαμαράς έχει θέσει σε δημόσιο διάλογο για την αναθεώρηση του Συντάγματος, κατέχει κορυφαία θέση η ενδεχόμενη, μετά από το δημόσιο διάλογο, διεύρυνση του πλαισίου του άρθρου 44, ώστε να θεσμοθετήσουμε και το δημοψήφισμα ύστερα από λαϊκή πρωτοβουλία, το οποίο υπάρχει σε άλλες χώρες και δεν υπάρχει στο δικό μας Σύνταγμα. Τιμούμε, λοιπόν, και το θεσμό και του δίνουμε τη σημασία που πρέπει.
Κύριε Υπουργέ, όμως, πώς τα καταφέρνει αυτή η Κυβέρνηση και ευτελίζει ακόμα και τα κορυφαία θεσμικά θέματα στο βωμό των μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων; Αυτό είναι ένα ταλέντο που μόνο το ΠΑΣΟΚ, ιδίως στην εποχή του κ. Γιώργου Παπανδρέου, διαθέτει.
Το λέω γιατί; Ποιος ο λόγος που έρχεται σήμερα αυτό το νομοσχέδιο; Είναι προσχηματικός και το ξέρετε. Εσείς τη δουλειά σας κάνετε, γιατί ένα θεσμικό νομοσχέδιο φέρνετε. Αλλά ο τρόπος που έρχεται το αποδυναμώνει εντελώς και από σεβασμό προς τους θεσμούς λέμε το «όχι» επί της αρχής. Γιατί; Μας είπατε ότι ήταν προγραμματική θέση του ΠΑΣΟΚ η ψήφιση ενός εκτελεστικού εφαρμοστικού νόμου του άρθρου 44, ύστερα από την Αναθεώρηση του 1985/1986. Αυτό είναι δεδομένο
Δύο χρόνια όμως τι κάνατε; Τίποτα απολύτως. Θεωρούσατε -και ορθώς- ότι και αν ετίθετο θέμα δημοψηφίσματος ξαφνικά, ο ισχύον νόμος, ο 350/76, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεών του θα μπορούσε να καλύψει το όποιο κενό έχει προκύψει μετά την Αναθεώρηση του 1985-1986, η οποία προσέθεσε και το δημοψήφισμα για ψηφισμένα νομοσχέδια.
Έρχεστε, λοιπόν, και φέρνετε το νομοσχέδιο, πότε όμως; Όταν ο κ. Παπανδρέου πριν από μερικούς μήνες -τέλος της άνοιξης του 2011- είπε ότι σκοπεύει να πάρει την πρωτοβουλία για δημοψηφίσματα. Πρώτα ο Πρωθυπουργός έρχεται και το λέει αυτό και ύστερα, τρέχοντας καταθέτατε το νομοσχέδιο. Δηλαδή, επειδή ο κ. Παπανδρέου την εποχή εκείνη μέσα στην αμηχανία του, καθώς φοβόταν να πάει σε εκλογές, έψαχνε να βρει ένα τρόπο έμμεσης νομιμοποίησης της Κυβέρνησής του, η οποία δεν έχει λαϊκή εντολή -είναι γνωστό αυτό το πράγμα, κάνει εντελώς διαφορετικά πράγματα από εκείνα για τα οποία ήρθε στην εξουσία- φαντάστηκε, σκαρφίστηκε, για να το πω έτσι απλά, ότι μέσω των δημοψηφισμάτων θα μπορούσε να περάσει το Ρουβίκωνα των εκλογών, χωρίς να «ματώσει». Λάθος μεγάλο, βέβαια.
Θα θυμάστε, επίσης, ότι στην αρχή σκεφτόταν -όχι εσείς, εκείνος- να χρησιμοποιήσει το δημοψήφισμα για μια έμμεση Αναθεώρηση του Συντάγματος. Σταμάτησε αυτή η συζήτηση, γιατί δεν στηριζόταν πουθενά.
Τώρα φέρνει το νομοσχέδιο, γιατί πάλι σκοπεύει -έτσι σκέπτεται- να φέρει κάποιο δημοψήφισμα. Όμως, σκεφθείτε και την αμηχανία και την επιπολαιότητα! Δεν έχει ξεκαθαρίσει στο μυαλό του τι είναι εκείνο που θα θέσει σε δημοψήφισμα. Ψάχνει να το βρει. Είναι δυνατόν; Δηλαδή, σκεφθείτε έναν Πρωθυπουργό, που όταν τον ρωτούν, όπως ρωτούν και εσάς -αλλά εσείς τι να πείτε;-τι είδους δημοψήφισμα σκοπεύει να οργάνωση -και το έχει εξαγγείλει από την άνοιξη του 2011, δεν το ξέρει.
Όλη αυτή η εικόνα πανικόβλητων ανθρώπων χωρίς, ουσιαστικά, λαϊκή ετυμηγορία και εντολή, οι οποίοι ψάχνουν να βρουν μέσα από το δημοψήφισμα την οδό της διεξόδου από τις εκλογές, που ξέρετε ότι θα είναι καταδικαστικές για εσάς, ευτελίζει τους θεσμούς.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες που έρχεται, λοιπόν, αυτό το νομοσχέδιο, ως όπλο επίλυσης της αμηχανίας του κ. Παπανδρέου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό επί της αρχής. Διότι η αρχή σημαίνει αν δέχομαι κάτι σχετικά με εκείνο το οποίο επιχειρεί να ρυθμίσει. Αυτή είναι η αλήθεια. Γι’ αυτό είναι το «όχι» τεκμηριωμένο. Και όπως σας είπα και πάλι, λέμε «όχι» επειδή σεβόμαστε τους θεσμούς.
Από εκεί και πέρα, εμφανίζονται και ορισμένα ζητήματα τα οποία θα τα δούμε στα άρθρα. Πρώτα-πρώτα, να ξεκαθαρίσουμε κάτι σε ό,τι αφορά τα ζητήματα τα οποία θίγει το νομοσχέδιο. Το λέω και για τους θεωρητικούς οι οποίοι έχουν αποφανθεί επί των θεμάτων αυτών κατά καιρούς. Κάποιοι θεωρούν ότι το δημοψήφισμα ή τα δημοψηφίσματα διακρίνονται σε δεσμευτικά και συμβουλευτικά. Αυτό το λένε και στη θεωρία και συγκεκριμένοι συνάδελφοι στο χώρο του πανεπιστημίου. Δεν είναι ακριβές αυτό.
Το δημοψήφισμα από τη φύση του, ως θεσμός άμεσης δημοκρατίας, δεν μπορεί να είναι συμβουλευτικό με την έννοια που κάποιοι πιστεύουν, δηλαδή, ότι μπορεί να μην δεσμεύει. Ούτως ή άλλως αυτό δεν ισχύει και δεν το συζητάμε για το ψηφισμένο νομοσχέδιο σε κάθε περίπτωση. Όμως και για το κρίσιμο εθνικό ζήτημα είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι αποφαίνεται ο λαός και αυτό είναι συμβουλευτικό, γιατί μπορεί να το αγνοήσει το οποιοδήποτε πολιτειακό όργανο επειδή δε θεσπίζει, όπως δίδασκε συνάδελφος στο πανεπιστήμιο, κανόνα δικαίου; Και αφού δεν θεσπίζει κανόνα δικαίου, είναι συμβουλευτικό;
Είναι αδιανόητο. Η άνομη συνέπεια του δημοψηφίσματος προκύπτει από την ίδια τη θεσμική του φύση, επειδή είναι θεσμός άμεσης δημοκρατίας. Είναι, λοιπόν, δεσμευτικό και το δημοψήφισμα για το κρίσιμο εθνικό ζήτημα. Ποιο όργανο πολιτειακό, ποια κυβέρνηση, ποιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αν αποφασίζαμε αύριο, παραδείγματος χάριν, για ένα κρίσιμο εθνικό ζήτημα, θα μπορούσε να πει «όχι, δεν το λαμβάνω υπ’ όψιν μου αυτό και αποφασίζω αντιθέτως»;
Θα έφερε αμέσως ευθύνη, ήτοι την ευθύνη εκείνη που αναλογεί στον καθένα ανάλογα με τη θέση και το λειτούργημά του.
Αυτό το είπα για δύο άλλα ζητήματα που θίξαμε στην Επιτροπή, αλλά νομίζω ότι μπορούμε να τα θίξουμε και εδώ. Υπάρχει μεγάλος προβληματισμός. Εγώ αντιλαμβάνομαι γιατί θέτετε το «κατώφλι» -για να το πω έτσι- του 40% και του 50% ανάλογα με το δημοψήφισμα.
Όμως, μου δημιουργεί ιδιαίτερο προβληματισμό συνταγματικά αυτό το ζήτημα, κύριε Υπουργέ, γιατί πρώτον, δεν προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα, ούτε το προέβλεπε ο ν. 350/1976. Εν πάση περιπτώσει -το τονίζω- από τη στιγμή, κατά την οποία την πρωτοβουλία, κατά το άρθρο 44, όπως ισχύει σήμερα, για το δημοψήφισμα την παίρνει είτε η Κυβέρνηση είτε ένας πολύ μεγάλος αριθμός Βουλευτών, δεν μπορεί να οδηγούν το λαό σε ετυμηγορία μέσω δημοψηφίσματος και από εκεί και πέρα να λένε ότι «αφού δεν δείξατε το ανάλογο ενδιαφέρον και δεν προσήλθε στις κάλπες ένας ορισμένος αριθμός, δεν είναι δεσμευτικό, δεν ισχύει».
Αν ίσχυε η λαϊκή δημοψηφισματική πρωτοβουλία, και η λαϊκή πρωτοβουλία βασιζόταν σ’ ένα μικρό ποσοστό, θα μπορούσα να καταλάβω και το ποσοστό εκείνο, το οποίο θεσπίζατε, για να μπορέσει να ισχύσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Εμένα με προβληματίζει πάρα πολύ. Επειδή μιλάμε ελεύθερα σε αυτήν τη Βουλή, μπορεί να ψηφίζουμε τα σχετικά άρθρα, αλλά σας το λέω ότι θεσμικά αυτό δημιουργεί έναν προβληματισμό.
Εκείνο, όμως, που μου δημιουργεί μεγαλύτερο προβληματισμό είναι το θέμα των «λευκών».
.....
Κύριε Υπουργέ, λέω ξανά ότι το «λευκό» σε μία τέτοια διαδικασία, όπως το δημοψήφισμα, είναι πολιτική στάση. Το «λευκό» σημαίνει, όταν ζητάω τέτοια λαϊκή ετυμηγορία, «όχι». Μην παρασυρόμαστε από το γεγονός ότι στην εκλογή προσώπων -και ορθώς- με νομοσχέδιο που εισηγήθηκα εγώ, δεν δεχθήκαμε τη νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Εκεί, πλέον, επειδή θα έμεναν κενά έδρανα εδώ, εάν υπολογίζαμε το «λευκό», δεν μπορεί να λειτουργήσει η Βουλή. Αλλά, εκεί είναι εκλογή προσώπων.
Άλλα τα δημοψηφίσματα -ας το πω έτσι- για την άμεση εκλογή των προσώπων και άλλο το θέμα του «θεματικού» δημοψηφίσματος. Στο δημοψήφισμα αυτό καλείσαι να πεις ένα «ναι» ή ένα «όχι» και πρέπει να τα αντισταθμίσεις αυτά τα δύο. Το «λευκό» είναι «όχι». Ο πολίτης που λέει «λευκό», στην ουσία δεν δέχεται το αποτέλεσμα, το οποίο του προτείνει εκείνος, ο οποίος εισηγείται το δημοψήφισμα.
Αυτή είναι η ορθότερη ερμηνεία, από πλευράς δημοκρατικής αρχής, της έννοιας του «λευκού». Άρα εδώ πρέπει να υπολογίζεται, εάν θέλουμε να σεβαστούμε τη δημοκρατία στο σύνολό της.
Ευχαριστώ πολύ, κυρία Πρόεδρε.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ (Βέρα Νικολαΐδου): Και εγώ σας ευχαριστώ.
…………………..
[1] Σελ. 45, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es20111004.pdf
| < Prev | Next > |
|---|
