Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις
Αγόρευση κ. Π. Παυλόπουλου κατά την συζήτηση του σν του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής «Εθνική Υποδομή Γεωχωρικών Πληροφοριών- Εναρμόνιση με την Οδηγία 2007/2/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2007 και άλλες διατάξεις. Τροποποίηση του ν. 1647/1986 «Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας (ΟΚΧΕ) και άλλες σχετικές διατάξεις» (ΦΕΚ 141Α’).
Δευτέρα, 20/9/2010
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Βαϊτσης Αποστολάτος): Το λόγο έχει ο κ. Προκόπης Παυλόπουλος Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας από την Αθήνα, για επτά λεπτά.
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα κάνω ορισμένες παρατηρήσεις ξεκινώντας από μια η οποία αφορά την αρχή, γενικότερα, του προκείμενου νομοσχεδίου. Είναι ένα νομοσχέδιο το οποίο έχει δύο όψεις. Η μία είναι η προσαρμογή στην κοινοτική νομοθεσία, σε αυτό που θα λέγαμε «κοινοτικό κεκτημένο». Και ένα υπόλοιπο τμήμα το οποίο σχετίζεται με το πρώτο αντικείμενο, πλην όμως δεν είναι προσαρμογή στην κοινοτική οδηγία, είναι διοικητικές μεταβολές σε οργανωτικό επίπεδο και σε επίπεδο αρμοδιοτήτων. Και γι’ αυτό, κυρία Υπουργέ, είναι προφανές ότι το φέρατε με νόμο.
Θέλω όμως -εν όψει των εκκρεμοτήτων που έχουμε με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επειδή είμαστε μια από τις χώρες που είχαμε προσπαθήσει τα προηγούμενα χρόνια και είχαμε καταφέρει να μην έχουμε σημαντικές καθυστερήσεις στην προσαρμογή στο κοινοτικό κεκτημένο- να σας πω ότι είναι λάθος αυτή η τακτική. Και να γιατί: Πρώτα-πρώτα ειδικά σε ό,τι αφορά το κοινοτικό κεκτημένο στο συγκεκριμένο αντικείμενο έπρεπε να έχουμε προσαρμοσθεί ήδη από το Μάιο του 2009. Και, βεβαίως, συγχωρεί κάποια καθυστέρηση η Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι όμως την τόσο μεγάλη καθυστέρηση που είχαμε. Όταν πήγατε στο Υπουργείο ξέρατε ότι υπήρχε έτοιμο το διάταγμα για την προσαρμογή. Και μπορούσατε το διάταγμα αυτό να το φέρετε και να πάμε ταχύτερα. Προτιμήσατε να καθυστερήσουμε φέρνοντας και τις υπόλοιπες διατάξεις.
Γιατί όμως γίνεται αυτό; Έχουμε την εξουσιοδότηση που ισχύει από την εποχή που μπήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία μας επιτρέπει όλη την προσαρμογή στο κοινοτικό κεκτημένο να την κάνουμε με προεδρικά διατάγματα. Ποιο πλεονέκτημα έχει αυτή η διαδικασία; Το πρώτο πλεονέκτημα είναι ότι είναι ταχύτερη, διότι ένα διάταγμα απλώς και μόνο χρειάζεται να πάει στο Συμβούλιο της Επικρατείας για επεξεργασία και από κει και πέρα προχωρά, εκδίδεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τελειώνει εκεί η υπόθεση. Ενώ η διαδικασία της Βουλής -και ορθώς- είναι περισσότερο πολύπλοκη και περισσότερο συμμετοχική.
Όμως, προτιμήσατε αυτή την οδό, ενώ υπάρχει και ένα δεύτερο μειονέκτημα σε ό,τι αφορά την οδό που επιλέξατε -ενώ η διαδικασία του διατάγματος έχει και ένα άλλο πλεονέκτημα- και εύχομαι να μην το βρείτε μπροστά σας.
Ποιο είναι το πλεονέκτημα που έχει η διαδικασία του διατάγματος; Είναι γνωστό ότι επειδή πρόκειται για κανονιστικό διάταγμα, κατά το άρθρο 95 του Συντάγματος, πάει για επεξεργασία στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο κάνει ενδελεχή έλεγχο -πραγματικά έλεγχο σημαντικό- σε ό,τι αφορά θέματα συνταγματικότητας. Και είναι ένα φίλτρο, φίλτρο ασφάλειας για τον κάθε Υπουργό.
Σας διαβεβαιώ -και από προσωπική μου εμπειρία- ότι έτσι αισθανόμουν περισσότερο ασφαλής σε θέματα που δεν είναι απαραίτητο να συμμετέχει η Βουλή. Γιατί, βεβαίως, όπου χρειάζεται ευρεία δημοκρατική νομιμοποίηση, δεν το συζητά κανείς να αφαιρέσουμε αντικείμενα από τη Βουλή. Όμως, σε τέτοια θέματα που είναι τεχνικά και το βλέπετε -δεν είναι θέματα που στερείται τίποτα η Βουλή, αν δεν περάσουν απ’ αυτή- όταν φθάνουμε στο σημείο να μην έχετε τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν πρέπει να αισθάνεσθε ιδιαιτέρως ασφαλής. Και θα σας εξηγήσω τι εννοώ στην περίπτωση αυτή.
Άρα, καθυστερήσαμε, βρεθήκαμε υπόλογοι απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, τρέχουμε τώρα και όλα αυτά ενώ υπήρχε ένα διάταγμα που ήταν έτοιμο, μπορούσαμε να το είχαμε περάσει και να είχε σταματήσει εκεί η όλη διαδικασία Δεν έγινε αυτό. Δεν έχετε ακόμη και το φίλτρο του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Το δεύτερο που θα ήθελα να τονίσω -ιδιαίτερα στα άρθρα 9 και επόμενα- είναι πως μου έκανε εντύπωση εκεί όπου μιλάμε για την πρόσβαση άλλων υπηρεσιών και των πολιτών γενικότερα σε όλα αυτά τα στοιχεία.
Κυρία Υπουργέ, ξέρετε ότι υπάρχει νομοθεσία αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα κατ’ εφαρμογή της κείμενης κοινοτικής νομοθεσίας; Είναι ο ν. 3448/2006, ο οποίος μιλάει για την πρόσβαση των διοικουμένων στα αρχεία της διοίκησης, στα κάθε είδους αρχεία. Φέρνετε πρωτογενώς διατάξεις, χωρίς να δείτε αν και κατά πόσο οι διατάξεις που έχουμε τώρα σας καλύπτουν ή αν έπρεπε να καθιερώσουμε αυτές τις διατάξεις ως κανόνα που εφαρμόζεται και αν θέλατε κάποιες εξαιρέσεις, να πείτε «κατ’ εξαίρεση ως προς τα όσα ισχύουν τώρα η πρόσβαση θα γίνεται ως εξής».
Όμως, αγνοήσατε ένα ολόκληρο νομοθετικό πλαίσιο που υπάρχει και είμαι βέβαιος -γιατί κοίταξα να δω μη τυχόν υπάρχει έστω στην αιτιολογική έκθεση κάπου, τουλάχιστον σε κάποιο σημείο αναφορά σ’ αυτές τις διατάξεις- ότι είναι χρήσιμες διατάξεις. Επειδή δε είναι ιδιαιτέρως εκτενείς, θα σας διευκολύνουν πολύ. Όμως, ξέρω τώρα ότι είναι αργά.
Επαναλαμβάνω ότι είναι ο ν. 3448/2006, ο οποίος ρυθμίζει γενικά την πρόσβαση των ιδιωτών σε κάθε είδους δημόσια πληροφορία. Θα σας έλυνε παρά πολλά προβλήματα η παραπομπή σ’ αυτή τη νομοθεσία Έτσι όπως το έχετε κάνει τώρα -και πρέπει να το δείτε- είναι σαν να μην παραπέμπετε καθόλου σ’ αυτή τη νομοθεσία, και ρυθμίζετε πρωτογενώς το θέμα.
Και βεβαίως αφού το ρυθμίζετε εδώ με ορισμένα άρθρα, είναι φανερό ότι μπορεί να υπάρχουν κενά. Εγώ νομίζω ότι έστω και τώρα, αυτή τη στιγμή, θα μπορούσατε να δείτε τι συμβαίνει, σε ό,τι αφορά την κείμενη νομοθεσία.
Έρχομαι στο άρθρο 29 και τον ΟΚΧΕ. Είναι πολλές οι μεταβολές που κάνετε και πολύ αόριστες σε σχέση με το υφιστάμενο καθεστώς. Τέσσερα διαφορετικά προεδρικά διατάγματα και μάλιστα το ένα ευρύτερο του άλλου. Είναι υπερβολικά ευρείες οι εξουσιοδοτήσεις, τις οποίες έχετε. Τόνισε και ο κ. Γείτονας ορισμένα πράγματα προηγουμένως.
Σας διαβεβαιώ όμως ότι από τη στιγμή, κατά την οποία θα θέλατε να κάνετε τόσο σημαντικές μεταβολές, θα ήταν προτιμότερο να φέρετε ένα αυτοτελές νομοσχέδιο και από εκεί και πέρα να ρυθμίσετε τα θέματα αυτά λεπτομερέστερα και οι παραπομπές σε κανονιστικές πράξεις -άρα οι εξουσιοδοτήσεις που δίνονται- να είναι λιγότερες και πιο συγκεκριμένες.
Γι’ αυτό σας είπα ότι καλό θα ήταν αυτό το νομοσχέδιο να είχε δύο σκέλη. Το ένα σκέλος θα ήταν ένα διάταγμα που θα είχε περάσει ήδη αυτή τη στιγμή και θα παραπέμπατε για την εφαρμογή του στη μελλοντική ψήφιση του νόμου, ώστε να έχετε και το χρόνο να μπορέσετε να ψηφίσετε αυτές τις διατάξεις.
Καταλαβαίνω ότι σας πιέζει ο χρόνος λόγω προσαρμογής στο κοινοτικό κεκτημένο. Αλλά βλέπετε ότι αυτή η βιασύνη είναι εις βάρος της ποιότητας του νομοσχεδίου και βεβαίως εις βάρος των εξουσιοδοτήσεων, οι οποίες είναι ευρείες και υπάρχει κίνδυνος σε ό,τι αφορά τη συμφωνία τους με το άρθρο 43 παράγραφος 2 του Συντάγματος.
Τέλος, ως προς το άρθρο 32, εκεί δείτε μια διάταξη, η οποία πραγματικά πρέπει να διορθωθεί και για λόγους νομοτεχνικούς και για λόγους -αν θέλετε- ποιότητας του νομοθετικού μας έργου. Είναι εκεί που λέτε ότι οι διατάξεις των παραγράφων 1,2, 3 και 4 θα ισχύσουν, όταν οι αρμόδιες υπηρεσίες -τονίζω άρθρο 32 παράγραφος 7- θα είναι έτοιμες και θα εκδίδεται διαπιστωτική πράξη.
Συνήθως δεν νομοθετούμε έτσι. Εγώ καταλαβαίνω ότι πρέπει να ετοιμασθούν οι υπηρεσίες για να ασκήσουν τις αρμοδιότητες αυτές. Βάλτε όμως μια προθεσμία, η οποία είναι ενδεικτική, αντί να λέτε «όποτε είναι έτοιμες»!
Εδώ ζητάτε από τη Βουλή να σας δώσει εξουσιοδότηση, όταν θα είναι έτοιμες! Δεν θα υπάρχει ένα είδος πίεσης στις υπηρεσίες από πλευράς νομοθέτη; Εκεί πρέπει να βάλετε μια προθεσμία και να πείτε «τότε», «και μπορεί να παρατείνεται» και εν πάση περιπτώσει η έναρξη της άσκησης των αρμοδιοτήτων αυτών θα γίνεται ύστερα από την έκδοση διοικητικής πράξης, η οποία θα διαπιστώνει την ετοιμότητα των δημοσίων υπηρεσιών.
Πάντως, πρέπει να βάλετε μια ημερομηνία, αν θέλετε πραγματικά η Βουλή να συμπράξει προς αυτήν την κατεύθυνση. Όμως, ως προς την «επιταγή εν λευκώ» από τη Βουλή, «όποτε είναι έτοιμες οι υπηρεσίες», σας λέω ότι δεν μπορεί να εξαρτάται η βούληση του νομοθέτη από την καλή θέληση των διοικητικών υπηρεσιών.
Ευχαριστώ πολύ.
[1] Σελ. 1639, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es20100920.pdf
| < Prev | Next > |
|---|
