Αν θέλετε να μάθετε ποιες είναι οι πιο αξιόπιστες στοιχηματικες εταιριες στον κόσμο τότε μπορείτε να διαβάσετε τις πιο έγκυρες αξιολογήσεις για εταιριες στοιχηματων με πολλές πληροφορίες για υπηρεσίες και τα στοιχηματικά μπόνους εγγραφής που δίνουν. Δείτε τη σελίδα και συλλέξτε τις δυνατές γνώσεις για να επιβιώσετε στο χώρο του διαδικτυακού παιχνιδιού.














ΘΩΡΑΚΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΜΑΣ­
Περιοδικό "Επίκαιρα" τ. 65, 13/1-19/1/2011
(Μέρος του άρθρου αυτού δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή της Κυριακής», της 9.1.2011,
με τον τίτλο «Το αναφαίρετο δικαίωμα θωράκισης των συνόρων μας».)

          Οι ενστάσεις που διατυπώθηκαν τις τελευταίες ημέρες -με αφορμή την απόφαση θωράκισης μέρους της συνοριακής γραμμής του Έβρου- ως προς τον τρόπο με τον οποίο η Χώρα μας μπορεί να υπερασπίζεται τα κάθε είδους σύνορά της, δημιουργεί έντονο προβληματισμό για το αν οι «επίδοξοι» αμφισβητίες, αλλοδαποί αλλά και κάποιοι εγχώριοι, έχουν επίγνωση των κανόνων οι οποίοι διέπουν το όλο αυτό ζήτημα.  Κατόπιν τούτου, ιδίως για θέματα εθνικής κυριαρχίας, χρήσιμο και σκόπιμο είναι να διακρίνεται σαφώς η κριτική που αφορά την αποτελεσματικότητα των μέτρων τα οποία λαμβάνονται προς αυτή την κατεύθυνση από την ανεύθυνη διατύπωση αντιρρήσεων για το θεσμικό υπόβαθρο άσκησής της.

I.   Κατά πρώτο λόγο είναι η ίδια η έννοια της εθνικής κυριαρχίας, όπως θεμελιώνεται και προσδιορίζεται στο πλαίσιο της έννομης τάξης μας, η οποία παρέχει στα αρμόδια κρατικά όργανα τη δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση τόσο του καθορισμού των συνόρων μας όσο και της επιλογής και διαμόρφωσης των μέσων θωράκισής τους.  Θεμελιώδεις προς την κατεύθυνση αυτή είναι οι διατάξεις του Συντάγματος οι οποίες διακηρύσσουν και κατοχυρώνουν την εθνική μας κυριαρχία.  Αναφέρω ενδεικτικώς τις πιο ουσιώδεις, όπως είναι πρωτίστως οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 περί λαϊκής κυριαρχίας και οι διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 1 και 2, σχετικά με τον καθορισμό ή τη μεταβολή των ορίων της Επικράτειας.
II.  Πέραν όμως αυτών:

Α. Οι παραδοσιακοί κανόνες του διεθνούς δικαίου, γραπτού και εθιμικού, δίνουν σε κάθε κράτος το δικαίωμα και να καθορίζει και να θωρακίζει τα σύνορά του. 
Β. Ειδικότερα δε για την Ευρωπαϊκή Ένωση το δικαίωμα αυτό έχει πλέον και συγκεκριμένο κανονιστικό υπόβαθρο, με βάση το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, που ισχύει για όλα τα κράτη μέλη από τον Οκτώβριο 2008 και στην θέσπιση και ολοκλήρωση του οποίου καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η τότε Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
Γ. Υπενθυμίζω ότι το Σύμφωνο αυτό, το οποίο αποτελεί πλέον μέρος του ευρωπαϊκού θεσμικού κεκτημένου, διαγράφει πέντε θεμελιώδεις δεσμεύσεις, οι οποίες συνοπτικώς έχουν ως εξής:

1.    Οργάνωση της νόμιμης μετανάστευσης, λαμβάνοντας υπόψη τις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τις δυνατότητες υποδοχής κάθε κράτους μέλους, και ενθάρρυνση της ενσωμάτωσης.
2.    Καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης, εξασφαλίζοντας την επιστροφή των παράνομων μεταναστών στις χώρες καταγωγής τους ή σε χώρα διέλευσης.
3.    Ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των συνοριακών ελέγχων.
4.    Συγκρότηση της Ευρώπης ως χώρου ασύλου.
5.    Δημιουργία σφαιρικής εταιρικής σχέσης με τις χώρες καταγωγής και διέλευσης, ευνοώντας τη συνέργεια μεταξύ μετανάστευσης και ανάπτυξης.

III.        Από τις ως άνω δεσμεύσεις ιδιαίτερη σημασία έχει, ως προς το θέμα της θωράκισης των συνόρων μας, εκείνη η οποία αφορά την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των συνοριακών ελέγχων.  Σχετικώς, η παρ. ΙΙΙ του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο ορίζει ότι: «ο έλεγχος των εξωτερικών συνόρων αποτελεί ευθύνη των κρατών μελών για το τμήμα των συνόρων που τους ανήκουν.  Ο έλεγχος αυτός, που παρέχει πρόσβαση σ’ έναν κοινό χώρο ελεύθερης κυκλοφορίας, ασκείται με πνεύμα συνυπευθυνότητας για το σύνολο των κρατών μελών.  Οι προϋποθέσεις χορήγησης θεωρήσεων πριν από την άφιξη στα εξωτερικά σύνορα πρέπει να συμβάλλουν πλήρως στην άσκηση ολοκληρωμένης διαχείρισης των συνόρων αυτών.  Όσα κράτη μέλη εκτίθενται, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, σε μεταναστευτικές ροές ή διαθέτουν περιορισμένα μέσα, πρέπει να μπορούν να βασισθούν στην ουσιαστική αλληλεγγύη της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

IV.         Το περιεχόμενο των προμνημονευόμενων ορισμών του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο αναδεικνύει τις εξής αρχές ως προς το δικαίωμα κάθε κράτους μέλους να διαχειρίζεται, κυριάρχως, τα σύνορά του.

Α. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ενιαία νομική ενότητα, έχει εξωτερικά σύνορα. Τα σύνορα αυτά, ακριβώς επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει, υπό τη σημερινή της θεσμική οντότητα, κρατική υπόσταση και, άρα, αρμόδιο προς τούτο όργανο, καθορίζονται από τα κράτη μέλη.  Συνακόλουθα, τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης οριοθετούνται από τα σύνορα των κρατών μελών, όπως εκείνα κυριάρχως τα καθορίζουν.  Κατά συνέπεια, ως προς την Ελλάδα, τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εκείνα τα οποία η Χώρα μας προσδιορίζει, ασκώντας τα κάθε είδους κυριαρχικά της δικαιώματα.
Β. Ο έλεγχος των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ασκείται με πνεύμα συνυπευθυνότητας για το σύνολο των κρατών μελών.  Η ρήτρα αυτή ουδόλως σημαίνει εκπτώσεις ως προς το δικαίωμα κάθε κράτους μέλους να υιοθετεί ελευθέρως τους όρους και τις προϋποθέσεις θωράκισης των κοινών συνόρων, κατά το μέτρο που ο έλεγχος αυτός του αναλογεί με βάση τη γεωγραφική του έκταση.  Όλως αντιθέτως, τονίζει την προς τούτο αλληλεγγύη.
Γ. Η ρήτρα αλληλεγγύης ενισχύεται και από τη διατύπωση εκείνη της παρ. ΙΙΙ, η οποία ορίζει, όπως ήδη προεκτέθηκε, ότι «όσα κράτη μέλη εκτίθενται, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, σε μεταναστευτικές ροές ή διαθέτουν περιορισμένα μέσα, πρέπει να μπορούν να βασισθούν στην ουσιαστική αλληλεγγύη της Ευρωπαϊκής Ένωσης».  Με απλές λέξεις, σύμφωνα με τους ορισμούς αυτούς:

1.    Αφενός κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλει κυριάρχως να υπερασπίζεται τα σύνορά του και ως εξωτερικά σύνορά της. Αφετέρου δε έχει το δικαίωμα να διεκδικεί την προς τούτο συνδρομή των άλλων κρατών μελών.
2.    Από πλευράς ευρωπαϊκής έννομης τάξης η αμφισβήτηση και, a fortiori, η παραβίαση των συνόρων της Ελλάδας, εκ μέρους τρίτων κρατών, συνιστά, eo ipso, αμφισβήτηση και παραβίαση των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Ιδίως μάλιστα όταν μια τέτοια συμπεριφορά προέρχεται από κράτη που φιλοδοξούν ν’ ακολουθήσουν ενταξιακή πορεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση –όπως συμβαίνει π.χ. με την Τουρκία- αυτού του είδους η συμπεριφορά συνιστά κορυφαία παραβίαση του ευρωπαϊκού κεκτημένου, η οποία αυτομάτως παρεμποδίζει οιαδήποτε θετική εξέλιξη της ως άνω ενταξιακής πορείας.
3.    Υπό τα δεδομένα αυτά επίσης, και πάντοτε έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τρίτες χώρες –πολλώ μάλλον κράτη σε ενταξιακή πορεία όπως π.χ. η Τουρκία, καθώς τονίσθηκε προηγουμένως- δεν μπορούν να διατυπώσουν και ν’ αντιτάξουν ζητήματα «γκρίζων ζωνών», οιασδήποτε μορφής, ως προς την ευρωπαϊκή συνοριογραμμή, χερσαία και θαλάσσια.  Και εδώ πρέπει να σημειωθεί με έμφαση ότι το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο επανόρθωσε, τουλάχιστο σε ό, τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, το σύνολο σχεδόν των αστοχιών του Ανακοινωθέντος της Μαδρίτης, του 1997 και των Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι, του 1999, που εξαιτίας και της υποχωρητικότητας της τότε Κυβέρνησης Κ. Σημίτη έδωσαν, δυστυχώς, στην Τουρκία το πρόσχημα, με εξοφθάλμως καινοφανή και παντελώς έωλη ερμηνεία και επιχειρηματολογία, να θέτει θέμα «γκρίζων ζωνών» για ορισμένα τμήματα του Αιγαίου!
4.    Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που, λόγω της ιδιόμορφης γεωγραφικής τους θέσης, είναι εκτεθειμένα σε μεταναστευτικές ροές ή διαθέτουν περιορισμένα μέσα, έχουν το δικαίωμα να προσβλέπουν στην κοινοτική αλληλεγγύη.

V.            Από τη σύντομη αυτή ανάλυση συνάγεται λοιπόν ανενδοιάστως:

Α. Πρώτον, ότι η Ελλάδα, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο, λόγω της γεωγραφικής του ιδιαιτερότητας, αντιμετωπίζει, σε σχέση με άλλα κράτη μέλη, το μεγαλύτερο πρόβλημα σε ό, τι αφορά την παράνομη μετανάστευση, έχει το δικαίωμα να καθορίζει κυριάρχως τους όρους και τις προϋποθέσεις θωράκισης των συνόρων της. 
Β. Δεύτερον, έχει επίσης το δικαίωμα ν’ απαιτεί, ως προς τ’ αντίστοιχα μέτρα που λαμβάνει, και την αλληλεγγύη των άλλων κρατών μελών για το οικονομικό κόστος του μεταναστευτικού φαινομένου και την επιβαλλόμενη από τα πράγματα τροποποίηση των κανόνων εκείνων, οι οποίοι σχετίζονται με τη διαχείρισή του.

1.    Έτσι π.χ. η Ελλάδα έχει το δικαίωμα ν’ απαιτεί άμεση αλλαγή του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ», ως προς το άσυλο, δεδομένου ότι οι κανόνες του Κανονισμού αυτού, πέραν της αποδεδειγμένης πλέον  αναποτελεσματικότητάς τους, δημιουργούν επιπροσθέτως συνθήκες καταφανώς άνισης μεταχείρισης για κράτη μέλη όπως η Ελλάδα που, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, δέχονται τον μεγαλύτερο όγκο μη νόμιμων μεταναστών οι οποίοι ζητούν άσυλο, πολλές φορές προσχηματικώς ή και καταχρηστικώς.  Κάτι το οποίο, βεβαίως, αποβαίνει σε τελική ανάλυση και σε βάρος εκείνων που πραγματικά, με τα στοιχεία που επικαλούνται και αποδεικνύουν, έχουν τις προϋποθέσεις να τους χορηγηθεί άσυλο. 
2.    Όπως επίσης η Ελλάδα έχει το δικαίωμα να ζητά από την Ευρωπαϊκή Ένωση από τη μια πλευρά η ίδια –και όχι μόνο τα επιμέρους κράτη μέλη, κάτι που στην πράξη έχει άλλωστε αποδειχθεί πολλές φορές ανέφικτο- να συνάπτει με τρίτες χώρες συμφωνίες επανεισδοχής για τον επαναπατρισμό μη νόμιμων μεταναστών, οι οποίοι προέρχονται από αυτές.  Και, από την άλλη, να επιδιώκει, με την αυξημένη δύναμη πίεσης που διαθέτει στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, την επιβολή κάθε θεσμοθετημένης κύρωσης κατά των χωρών εκείνων, οι οποίες είτε αρνούνται αυθαιρέτως να συνάψουν συμφωνίες επανεισδοχής είτε δεν τηρούν στην πράξη τέτοιες συμφωνίες, τις οποίες έχουν υπογράψει τόσο με αυτήν όσο και με κράτη μέλη της.

Συμπερασματικώς η ελληνική έννομη τάξη, το διεθνές δίκαιο, το ευρωπαϊκό δίκαιο και το αντίστοιχο κεκτημένο αναγνωρίζουν πλήρως στην Ελλάδα το δικαίωμα να θωρακίζει, όπως εκείνη το κρίνει σκόπιμο, τα σύνορά της.  Και από την άποψη αυτή η θωράκιση των συνόρων μας ήταν, είναι και παραμένει κορυφαίο εθνικό χρέος, το οποίο καθένας μας, και πρωτίστως η Κυβέρνηση, καλείται να υπηρετήσει χωρίς ταλαντεύσεις και χωρίς εκπτώσεις.

 


­