Αν θέλετε να μάθετε ποιες είναι οι πιο αξιόπιστες στοιχηματικες εταιριες στον κόσμο τότε μπορείτε να διαβάσετε τις πιο έγκυρες αξιολογήσεις για εταιριες στοιχηματων με πολλές πληροφορίες για υπηρεσίες και τα στοιχηματικά μπόνους εγγραφής που δίνουν. Δείτε τη σελίδα και συλλέξτε τις δυνατές γνώσεις για να επιβιώσετε στο χώρο του διαδικτυακού παιχνιδιού.














Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις

8-12-2010 Α. Αγόρευση κ. Π. Παυλόπουλου κατά τη συζήτηση σν του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» (επί των άρθρων και των τροπολογιών).

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]: Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε και ζητώ συγγνώμη από τους συναδέλφους για αυτήν την αλλαγή σειράς.
     Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, τα περισσότερα σε ό, τι αφορά την ουσία και την αρχή του νομοσχεδίου ελέχθησαν κατά τη χθεσινή συζήτηση. Θα μείνω σε ορισμένα ζητήματα που αφορούν άρθρα, τα οποία δεν μπορούμε να ψηφίσουμε.
     Τόνισα χθες ότι ψηφίζουμε το νομοσχέδιο επί της αρχής. Είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά υπάρχουν συγκεκριμένες ρυθμίσεις οι οποίες δεν νομίζω ότι, όπως έχουν, διευκολύνουν την επιτάχυνση της δίκης, επιπλέον δε παρουσιάζουν έντονα προβλήματα συνταγματικότητας.
    Με δεδομένο δε το γεγονός ότι αυτές οι διατάξεις -ή ορισμένες απ’ αυτές- δεν προέρχονται από επεξεργασία που έχει κάνει το Συμβούλιο της Επικρατείας, θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι η ίδια η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε συνδυασμό με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, θα τις θέσει εκτός έννομης τάξης λόγω αντισυνταγματικότητας. 
     Θα αναφερθώ, λοιπόν, στα σπουδαιότερα από τα άρθρα που μας αφορούν. Επαναλαμβάνω ότι στο άρθρο 1 είμαστε υπέρ της πρότυπης, πιλοτικής δίκης. Ελπίζω η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας να περιορίσει τον αριθμό των παρεμβαινόντων, ώστε πράγματι να πάει προς τη σωστή κατεύθυνση αυτή η διάταξη.

     Ευχαριστώ τον κύριο Υπουργό για την αλλαγή που έγινε χθες και το συνδυασμό του άρθρου 1 με το άρθρο 12, ώστε να είναι δυνατόν η αλλαγή της νομολογίας να επισυμβεί και μέσα από την πιλοτική δίκη με την έννοια της ερμηνείας της υπόθεσης, η οποία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ότι καταλαμβάνει και ζητήματα που αφορούν την αλλαγή της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ψηφίζουμε βεβαίως το άρθρο 1.
     Σε ό, τι αφορά το άρθρο 3 θα το υπερψηφίσουμε, αλλά, κύριε Υπουργέ -το τονίζω για άλλη μία φορά- γνωρίζω ότι ο λόγος για τον οποίο θεσμοθετείται αυτή η προηγούμενη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους οφείλεται στο ότι δεν μπορεί να κάνει το δημόσιο αναιρέσεις, οι οποίες δεν έχουν νόημα. Θα δείτε, όμως, στην πράξη τι συμβαίνει. Το ζήτημα δεν είναι θεωρητικά να θεσμοθετούμε κάτι, αλλά αν αυτό μπορεί να αποδώσει στην πράξη.
     Είναι βέβαιο -σας το λέω- ότι τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τα οποία θα κληθούν να γνωμοδοτήσουν αν πρέπει να γίνει η αναίρεση για υποθέσεις του δημοσίου, λόγω και του κλίματος που έχει δημιουργηθεί πάντοτε θα λένε ότι πρέπει να ασκηθεί αναίρεση. Κι επειδή θα έχουν γνωμοδοτήσει εκ των προτέρων, όταν ασκηθεί αναίρεση και μολονότι θα βλέπουν ότι η αναίρεση αυτή δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει εν πολλοίς, εν τούτοις δεν θα μπορούν λόγω του προηγουμένου να παραιτηθούν. Ενώ σήμερα γίνεται η αναίρεση, αλλά υπάρχει αυτή η διακριτική ευχέρεια -επειδή δεν υπάρχει προηγούμενη γνωμοδότηση- να παραιτηθούν. Συνήθως παραιτούνται.
     Το έχετε ζήσει σαν Υπουργός, το έζησα κι εγώ πεντέμισι χρόνια ως Υπουργός. Σε πάμπολλες περιπτώσεις εγώ υπέγραψα να αποσυρθεί η αναίρεση, να παραιτηθεί από το δικόγραφο το δημόσιο, κάτι το οποίο δεν θα μπορέσει τώρα να γίνει. Επειδή και το Συμβούλιο της Επικρατείας κι εσείς θεωρείτε ότι αυτό μπορεί να αποδώσει περισσότερα, παρά τις δικές μου αντιρρήσεις, εμείς θα το ψηφίσουμε. Αν χρειαστεί, όμως, στην πορεία αλλάξτε το, εφόσον αποδειχθεί ότι τα πράγματα δεν βαίνουν προς την κατεύθυνση την οποία θέλουμε.
     Το άρθρο 6. Το Συμβούλιο της Επικρατείας θέλει να αλλάξει αυτόν τον εμβληματικό -όπως το είπα προηγουμένως- θεσμό, που λέγεται εισηγητής σε ό, τι αφορά το όλο ανακριτικό σύστημα. Εν πάση περιπτώσει, θέλω να τονίσω ότι είναι λάθος -και το επαναλαμβάνω- να συνδέουμε το γεγονός της αλλαγής αυτής με το ότι δήθεν αυτό που προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από τις δύο υποθέσεις: Κρες και Μαρτίνι. Δεν είναι αυτός ο λόγος. Δεν το θέλει το Συμβούλιο της Επικρατείας. Τότε, από εκεί και πέρα καταργείται, ουσιαστικά, ο θεσμός του εισηγητή και γίνεται μία εισήγηση η οποία αφορά το ιστορικό της υπόθεσης. Αυτό, όμως, το θέλει το Συμβούλιο της Επικρατείας και αναλαμβάνει και την ευθύνη. Σέβομαι, όμως, το γεγονός ότι χρειάζεται να πάει με ταχύτερους ρυθμούς και με αυτή την έννοια το δέχομαι. Ξέρω όμως, ότι θα είναι μία απώλεια για την αρχή της νομιμότητος, για τους ίδιους τους διαδίκους και ιδίως για το δημόσιο. Γιατί σε πάμπολλες περιπτώσεις ο εισηγητής είχε διορθώσει πολλά από τα κακώς κείμενα της εκπροσώπησης του ελληνικού δημοσίου.
     Σε ό, τι αφορά το άρθρο 7 -σας είχα πει και το επαναλαμβάνω, δείτε το- θα πρέπει να προστεθεί η δυνατότητα του διαδίκου να υποβάλλει υπόμνημα, όταν έρχεται η Επιτροπή του Συμβουλίου της Επικρατείας και αποφαίνεται ότι η αίτηση η οποία έχει υποβληθεί, είτε αίτηση ακυρώσεως είτε αίτηση αναιρέσεως, είναι προφανώς απαράδεκτη. Το να κάνει ένα υπόμνημα όταν βγει η σχετική εισήγηση, για να μπορέσει να αμυνθεί ο διάδικος μπροστά σε μία τόσο δύσκολη γι’ αυτόν στιγμή και κυρίως για μία τόσο σημαντική κρίση, όπως είναι το προφανώς απαράδεκτο, νομίζω ότι είναι κάτι το οποίο συνάδει με την αρχή της κατ’ αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης και κατά την εκτίμησή μου, αυτό συνάδει και με το άρθρο 20 παράγραφος 1 και 2 του Συντάγματος. Παρ’ όλα αυτά τη διάταξη αυτή την ψηφίζουμε.
     Το άρθρο 9. Σας λέω στην περίπτωση αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 45, ότι ο εικοσαπλασιασμός του παραβόλου είναι μια πάρα πολύ σημαντική επιβάρυνση, η οποία πλήττει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Επειδή υπάρχει διέξοδος των δικαστικών εξόδων, δηλαδή το να αυξηθούν τα δικαστικά έξοδα τα οποία επιδικάζει με δική του ευθύνη το Συμβούλιο της Επικρατείας και ξέροντας ποιοι είναι προπετείς διάδικοι -εκείνοι δηλαδή οι δικομανείς οι οποίοι επιβαρύνουν τις διαδικασίες- νομίζω, ότι θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα. Γι’ αυτό και το άρθρο 9, όπως και το άρθρο 45, δεν μπορούμε να τα ψηφίσουμε.
     Έρχομαι στο άρθρο 12, το οποίο είναι πολύ σημαντικό και το είπαμε και την άλλη φορά. Είναι η εισαγωγή του προηγουμένου, αγγλοσαξωνικής προέλευσης θεσμού, στην ελληνική πραγματικότητα.
     Εγώ θεωρώ, ότι η διάταξη αυτή θα οδηγήσει σε μία ακινησία της νομολογίας. Και αυτή η ακινησία της νομολογίας δεν συνάδει με την ελληνική πραγματικότητα και με τη συγκυρία την οποία ζούμε. Δεν μπορεί μία ευκαιριακή απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, παραδείγματος χάριν, ακόμη και της Ολομελείας, να δεσμεύει το Συμβούλιο για μεγάλο χρονικό διάστημα.
     Το λέω δε αυτό, γιατί ο θεσμός του προηγουμένου -το τόνισα και στην επιτροπή, μου δίνεται και τώρα η ευκαιρία να το πω- έχει τη σημασία του στον αγγλοσαξονικό χώρο. Γιατί; Διότι εκεί δεν υπάρχει ταχύτητα εξέλιξης των κοινωνικών σχέσεων που βλέπουμε εδώ στο χώρο των διαφορών δημοσίου δικαίου, επειδή δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου. Η έννοια της διαφοράς δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου, άρα ιδιωτικών διαφορών και δημοσίου δικαίου διαφορών, δεν υπάρχει στο αγγλοσαξονικό δίκαιο. Υπάρχει σε εμάς, συνδέεται με το ανακριτικό σύστημα, συνδέεται με την ανάγκη αλλαγής της νομολογίας, όταν και όπου η πορεία του κρατικού παρεμβατισμού, όπως ακριβώς αυτήν τη στιγμή ζούμε, το επιβάλλει.
     Παρ’ όλα αυτά, θα ψηφίσουμε αυτήν τη διάταξη, δεδομένου ότι συνδέσατε -και ορθώς- τη ρύθμιση αυτή με τη ρύθμιση πιλοτικής δίκης. Και ελπίζω το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου εκείνο βλέπει ότι κάνει λάθος σε ό, τι αφορά τη διαμόρφωση μίας νομολογίας, στις περιπτώσεις αυτές να χρησιμοποιεί τη σχετική διάταξη, για να αλλάξει τη νομολογία.
     Νομίζω επίσης ότι υπάρχει σημαντικό θέμα στα άρθρα 13 και 48. Θα τα ψηφίσουμε τα άρθρα αυτά. Αλλά να θυμηθείτε, κύριε Υπουργέ, ότι το ανέκκλητο το οποίο καθιερώνεται στις περισσότερες περιπτώσεις από αυτές, πρώτα-πρώτα είναι πολύ γενικευμένο. Έχουμε γενικευμένη καθιέρωση του ανεκκλήτου. Όπως επίσης, η σε πρώτο και τελευταίο βαθμό εκδίκαση από το εφετείο με μονομελή σύνθεση και αυτό νομίζω ότι πλήττει το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Γνωρίζω καλά, -τη γνωρίζετε και εσείς, τη γνωρίζουν και οι συνάδελφοι- τη νομολογία η οποία λέει: «Ναι. Υπό τον όρο ότι είναι ανώτερο το δικαστήριο, μπορούμε να έχουμε σύμπτυξη του πρώτου και του δεύτερου βαθμού». Όχι όμως, σε τόσο γενικευμένη έκταση. Και όχι με μονομελή σύνθεση του Εφετείου.
     Παρ’ όλα αυτά το τονίζω, επειδή και θεωρητικά δεν θεωρώ και δεν κρίνω ότι κατέχω την εξ αποκαλύψεως αλήθεια για την ερμηνεία της σχετικής νομολογίας και μολονότι είναι επιβαρυντικό για τους διαδίκους, χάριν της επιτάχυνσης της διαδικασίας και αυτήν τη διάταξη θα την ψηφίσουμε.  
     Και από εκεί και πέρα ερχόμαστε σε ορισμένα άρθρα, τα οποία είναι εξαιρετικά κρίσιμα και για τα οποία έχουμε σημαντικές αντιρρήσεις. Μιλάω πρώτα-πρώτα για το άρθρο 20. Δεν μπορούμε, κύριε Υπουργέ, να ψηφίσουμε το άρθρο 20. Το άρθρο 20 αναιρεί σημαντικό τμήμα του ανακριτικού συστήματος, για τους εξής τρεις λόγους: Πρώτα-πρώτα ο περιορισμός του αυτεπάγγελτου ελέγχου του δικαστή μόνο στην παράβαση δεδικασμένου, πλήττει την έννοια του κράτους δικαίου και την αρχή της νομιμότητας.
     Ο διοικητικός δικαστής γι’ αυτό καθιερώθηκε τόσα χρόνια στην Ελλάδα, γιατί δεν μπορεί να κρίνει τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης από το τι προτείνουν οι διάδικοι. Δεν μπορεί να βλέπει την παρανομία της διοικητικής πράξης προ οφθαλμών και να λέει «τι να κάνουμε». Δεν είναι secundum allegata et probata η σχετική διαδικασία. Δεν έχει κανείς τη δυνατότητα διάθεσης του αντικειμένου της δίκης. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, λοιπόν, εγώ νομίζω ότι είναι αδιανόητο να το περιορίσουμε τόσο σημαντικά.
     Σε συνδυασμό δε με την άλλη ρύθμιση του άρθρου 20, όπου εκεί στο θέμα της προβολής του λόγου, ο οποίος αφορά την εξωτερική νομιμότητα, δηλαδή την αναρμοδιότητα και την παράβαση ουσιώδους τύπου, πρέπει για να το προτείνει ο διάδικος να αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να επανορθωθεί βλάβη, την οποίαν έχει υποστεί παρά μόνο με την προβολή και την αποδοχή του σχετικού λόγου, συγχωρέστε με, αλλά είναι πάρα πολύ μεγάλος ο περιορισμός, όταν ξέρουμε ότι η εξωτερική νομιμότητα, ιδίως η αναρμοδιότητα, αλλά και η παράβαση ουσιώδους σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως το δικαίωμα ακροάσεως, είναι σημαντικά θέματα της αρχής της νομιμότητας.
     Εκεί όμως που η αντίρρησή μου είναι πια βασική -και δείτε το, δεν ξέρω ποιος το πρότεινε αυτό το πράγμα, θεωρώ αδύνατο να μην το δείτε γιατί είναι λάθος- είναι η ρύθμιση εκείνη στην παράγραφο 5, περίπτωση γ’, που έρχεται και λέει ότι εάν δεν έχει ασκήσει το όργανο της φορολογικής, τελωνειακής αρχής, διακριτική ευχέρεια, ή την έχει ασκήσει εσφαλμένα, τότε την ασκεί πρωτογενώς ο δικαστής και από εκεί και πέρα μπορεί να αναμορφώσει το περιερχόμενο της πράξης. Το περιεχόμενο της πράξης, έχουμε δεχθεί και δέχεται η νομολογία, ότι μπορεί να αναμορφωθεί μόνο επί δεσμίας αρμοδιότητας, όπως παραδείγματος χάριν συμβαίνει με τα θέματα των προστίμων και άλλων. Αλλά άσκηση πρωτογενώς διακριτικής ευχέρειας από το διοικητικό δικαστή -από το δικαστή γενικότερα, ιδίως όμως από το διοικητικό δικαστή- δεν είναι νοητή. Ξέρουμε όλοι ότι ο διοικητικός δικαστής έχει την ιδιομορφία να ξανακάνει το συλλογισμό που κάνει το διοικητικό όργανο, όταν εκδίδει τη διοικητική πράξη, γιατί έτσι ελέγχει τη νομιμότητα. Όταν κάνει όμως το συλλογισμό, αυτό έχει έναν περιορισμό, ότι δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια. Γιατί η διακριτική ευχέρεια είναι έννοια η οποία ταιριάζει μόνο στα διοικητικά όργανα. Δεν νοείται τέτοια διακριτική ευχέρεια δικαστικού οργάνου. Όταν, λοιπόν, υποκαθίσταται στα έργα του διοικητικού οργάνου, τότε από εκεί και πέρα παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
     Η ρύθμιση είναι εσφαλμένη, αντισυνταγματική. Αυτοί είναι οι τρεις λόγοι, για τους οποίους δεν μπορούμε να ψηφίσουμε το άρθρο 20.
     Δεν μπορούμε να ψηφίσουμε και το άρθρο 22, δεδομένου ότι θεωρούμε ιδιαιτέρως επιβαρυντικό τον ορισμό εκείνον σύμφωνα με τον οποίο ο διάδικος, πρέπει να πληρώσει το 50% του ποσού που έχει επιδικαστεί πρωτοδίκως, για να ασκήσει παραδείγματος χάριν, την έφεση.
     Θεωρώ κύριε Υπουργέ, στην περίπτωση αυτή, ότι δεν μπορούμε επειδή δεν μπορεί να εισπραχθεί το 20% και δίνεται εύκολα αναστολή εκτελέσεως, να φθάνουμε σε αυτήν την κατάσταση. Από τη στιγμή που βάζετε τη διάταξη πλέον, που λέει ποιες είναι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες δίνεται η αναστολή εκτελέσεως, ας λειτουργήσουν και οι μηχανισμοί του κράτους και ας εισπράττουν το 20%. Ας μη δίνουν αναστολή εκτελέσεως τα δικαστήρια, έτσι. Αλλά, δεν μπορεί να τους ζητάς το 50%, όποια και εάν είναι η απόφαση, ακόμη και εάν η απόφαση βλέπουμε ότι είναι εσφαλμένη. Και δεν μπορούμε να το αφήσουμε αυτό στη διακριτική ευχέρεια του οποιουδήποτε δικαστηρίου.
     Θεωρώ, λοιπόν, ότι αυτό είναι σαφώς αντίθετο με το άρθρο 20, παράγραφος 1 του Συντάγματος και με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και γι’ αυτό τη σχετική διάταξη δεν μπορούμε να την ψηφίσουμε.
     Στο άρθρο 23 σας υπενθυμίζω ότι θεωρούμε -και σας το έχει προτείνει και η Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου- ότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει εκτός από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να γίνεται και όπου έχουμε και συντρέχουν ίδιες προϋποθέσεις με απόφαση του δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όταν υπάρχει αίτηση της Commission κατά κράτους-μέλους, άρα, στην περίπτωση αυτή κατά της Ελλάδος. Και αυτό πρέπει να το δείτε.
     Δεν μπορούμε να ψηφίσουμε τη διάταξη του άρθρου 34. Ο περιορισμός της προσωρινής δικαστικής προστασίας είναι υπέρμετρος. Δηλαδή, το να λέμε ότι πρέπει να είναι ανεπανόρθωτη βλάβη και να αποδεικνύει την ανεπανόρθωτη βλάβη ο αδικούμε-νος και να κάνουμε πίσω τόσο πολύ σε σχέση με τη νομολογία που μέχρι σήμερα δέχεται ότι μπορεί να δοθεί αναστολή εκτελέσεως και όταν είναι δυσχερώς επανορθώσιμη και αυτό είναι στην εκτίμηση του δικαστή, σε ένα δικαστή ο οποίος λειτουργεί με το ανακριτικό σύστημα νομίζω ότι εδώ έχουμε παραβίαση του άρθρου 20, παράγραφος 1, αλλά και της νομολογίας του δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μετά την απόφαση Τζόνστον, όπου ξέρουμε ότι εκεί πλέον έχει και κοινοτικό έρεισμα η προσωρινή δικαστική προστασία.
     Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να ψηφίσουμε τη σχετική διάταξη. Σας το είπα πριν ότι δεν γίνεται σε συνδυασμό με το άρθρο 9 να ψηφίσουμε τη διάταξη του άρθρου 45, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή υπερβάλλει σε ό, τι αφορά τα παράβολα. Γίνεται πάρα πολύ σημαντική επιβάρυνση του διαδίκου, αφού υπάρχει η δυνατότητα των δικαστικών εξόδων.
     Και τέλος, προβληματισμό εκφράζουμε και δεν θα ψηφίσουμε μόνο και μόνο γι’ αυτό το λόγο το άρθρο 49. Δεν πρέπει, ιδίως σε μια πρώτη περίοδο ως προς τα ζητήματα που αφορούν τις διοικητικές διαφορές ερμηνείας των διατάξεων του κώδικα για την ιθαγένεια, δεν μπορεί, πριν διαμορφωθεί, πριν παγιωθεί η νομολογία σχετικά με το πώς ερμηνεύονται οι διατάξεις αυτήν την εποχή, την τόσο κρίσιμη εποχή, με τόσο μεγάλα ποσοστά παράνομης μετανάστευσης, να μην υπάρχει μια παγίωση της νομολογίας η οποία να μας λέει τουλάχιστον πώς θα πρέπει να ερμηνευτούν αυτές οι σχετικές διατάξεις.
    Με αυτές, λοιπόν, τις σκέψεις, σας επαναλαμβάνω ότι δεν μπορούμε να ψηφίσουμε τις διατάξεις των άρθρων 9, 20, 22, 34, 45 και 49.

Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.


[1]  Σελ. 2275, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es20101208.pdf