Βουλή - Αγορεύσεις / Παρεμβάσεις
16-12-2010 Α. Αγόρευση κ. Π. Παυλόπουλου κατά τη συζήτηση του σν του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: «Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». (Επί της αρχής).
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]: Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Νέα Δημοκρατία -όπως ελέχθη από τον εισηγητή μας, τον κ. Ν. Παναγιωτόπουλο- υπερψηφίζει το σχέδιο νόμου. Και τούτο γιατί υπάρχουν αρκετά σημεία, τα οποία είναι θετικά.
Θα μου επιτρέψετε όμως επί της αρχής να μείνω στις επιφυλάξεις μας. Τα θετικά σημεία τονίσθηκαν και από τον εισηγητή, θα τονισθούν και από άλλους συναδέλφους, και κατά κόρον από τους συναδέλφους της συμπολίτευσης. Είναι ανάγκη, όμως, για τον κύριο Υπουργό, ως τη συζήτηση που θα έχουμε αύριο στα άρθρα, να μείνουμε με ιδιαίτερη προσοχή σε ορισμένα θέματα τα οποία δημιουργούνται από κάποιες διατάξεις και κυρίως από ένα θεσμό που εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη. Και μιλώ για το θεσμό της ποινικής συνδιαλλαγής. Τονίζω ότι μιλώ για το άρθρο 17. Το άρθρο 6, με τις βελτιώσεις που έχει, δεν αφορά το ζήτημα της ποινικής συνδιαλλαγής. Είναι ζητήματα εξάλειψης του αξιοποίνου. Είναι θεσμός που υπάρχει. Ο καινούργιος θεσμός είναι ο θεσμός της ποινικής συνδιαλλαγής, όπως αυτός αποτυπώνεται στο άρθρο 17 του σχεδίου νόμου.
Λέγεται στην αιτιολογική έκθεση ότι ο θεσμός της ποινικής συνδιαλλαγής εισάγεται στην Ελλάδα επειδή έχει εισαχθεί και σε άλλες χώρες και μάλιστα και σε άλλες χώρες της μέσης Ευρώπης. Είναι όμως γνωστό ότι ο θεσμός αυτός ξεκίνησε από τον αγγλοσαξωνικό χώρο.
Ήρθε και στον ευρωπαϊκό χώρο. Αλλά εδώ, κύριε Υπουργέ, οφείλουμε να κάνουμε μία σημαντική διάκριση. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Άλλο η ποινική συνδιαλλαγή ως θεσμός που ακολουθούν αρκετές έννομες τάξεις στην Ευρώπη και άλλο ο θεσμός της συνδιαλλαγής, όπως ακολουθείται στον αγγλοσαξωνικό χώρο, που δεν είναι συνδιαλλαγή, αλλά διαπραγμάτευση. Και παρακαλώ πολύ, αυτή τη διάκριση να τη συνειδητοποιήσουμε. Άλλο η διαπραγμάτευση, το bargaining, του αγγλοσαξωνικoύ δικαίου και άλλο η ποινική συνδιαλλαγή. Δεδομένου ότι η σημαντική δια-φορά έγκειται στο ότι, στον αγγλοσαξωνικό χώρο, ακόμα και στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου, υπάρχει η δυνατότητα διάθεσης -ας το πω έτσι, όπως λέμε στο χώρο του Αστικού Δικαίου- του αντικειμένου της δίκης. Υπάρχει πρωτοβουλία των διαδίκων. Θεωρείται εν μέρει ιδιωτική διαφορά, ακόμη και η ποινική.
Και σ’ αυτό το σημείο υπάρχει μία τεράστια διαφορά με την ποινική αντιμετώπιση των πραγμάτων στο χώρο της Ευρώπης. Στην Ευρώπη τα πράγματα δεν είναι διόλου έτσι. Στην Ευρώπη υπάρχει μία σημαντική διάκριση. Η διάκριση ανάμεσα στην αστική αποζημίωση και στο χώρο της ποινικής συνδιαλλαγής. Στην αστική αποζημίωση έχουμε την περίπτωση κατά την οποίαν τα μέρη διαπραγματεύονται, υπάρχει αποζημίωση του παθόντος αστικώς και εκεί πλέον παύει να υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα, σε σχέση με την αδικοπραξία του άρθρου 914 Α.Κ. ή και άλλες μορφές ευθύνης στο χώρο του Αστικού Δικαίου.
Αλλά για ποιο λόγο εκείτο ζήτημα είναι διαφορετικό; Διότι στο χώρο της αστικής αποζημίωσης έχουμε πράξεις που δεν έχουν αναχθεί σε εγκλήματα, γιατί δεν έχουν ιδιαίτερη ποινική απαξία. Άρα, λοιπόν, έχουμε πράξεις που δεν θεωρούνται εγκληματικές. Εδώ δεν λειτουργεί ο θεσμός της ποινής στο πλαίσιο της γενικής και ειδικής πρόληψης και, επομένως, η αποζημίωση του παθόντος αστικώς θεωρείται επαρκής για να πάψει να υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα, σε σχέση με τις συνέπειες τις οποίες επιφέρει ο νόμος.
Το ζήτημα της συνδιαλλαγής στο χώρο της μέσης Ευρώπης είναι εντελώς διαφορετικό σε επίπεδο Ποινικού Δικαίου. Εντελώς διαφορετικό, γιατί; Αν δείτε όλες τις νομοθεσίες εισάγουν το θεσμό, όπου τον εισάγουν. Ως τι, όμως; Ως υποκατάστατο της ποινής. Γιατί θεωρείται ότι εκεί όπου εισάγεται ο θεσμός της ποινικής συνδιαλλαγής, δεν είναι ανάγκη να επιβληθεί η ποινή, γιατί η συνδιαλλαγή οδηγεί στο να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα, πάντοτε σε σχέση με τη φύση της ποινής ως μέσου γενικής και ειδικής πρόληψης.
Και γίνομαι σαφέστερος στον τομέα αυτό: Για ποιο λόγο υπάρχει η ποινή; Η ποινή δεν μπορεί να επιβάλλεται τυχαίως, και για λόγους συνταγματικούς, για λόγους Διεθνούς Ποινικού Δικαίου ακόμα Η ποινή επιβάλλεται μόνο όπου έχουμε πράξη ενός δράστη, η οποία πλήττει την ίδια την κοινωνική ειρήνη, τον κοινωνικό ιστό. Και τον πλήττει σε αγαθά τα οποία θεωρούνται πάρα πολύ σημαντικά. Γι’ αυτό και υπάρχει διαφορετική αξιολόγηση, απ’ ότι υπάρχει στο χώρο του αστικού δικαίου.
Το αποτέλεσμα ποιο είναι; Επιβάλλεται η ποινή, πάντοτε όμως ως μέσο το οποίο δεν λειτουργεί στο πλαίσιο του αντιπεπονθότος, αλλά στο πλαίσιο της γενικής και ειδικής πρόληψης.
Άρα, λοιπόν, όπου εισάγουμε το θεσμό της ποινικής συνδιαλλαγής με το δικό μας δόγμα -ας το πω έτσι- με τη δική μας ποινική λογική, θα έπρεπε να τον εισάγουμε μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου η ποινική συνδιαλλαγή οδηγεί στα ίδια ή και σε καλύτερα αποτελέσματα από εκείνα στα οποία οδηγεί η κοινή ποινή, την οποία έχουμε τώρα στο χώρο του Ποινικού Δικαίου. Αυτό ισχύει στο δόγμα, αλλά και στην πράξη στο χώρο του Ευρωπαϊκού Ποινικού Δικαίου.
Εδώ, στις διατάξεις του άρθρου 17, κύριε Υπουργέ, τα πράγματα είναι εντελώς, μα εντελώς διαφορετικά. Στην ουσία μιλάμε για ένα είδος αστικής αποζημίωσης, μιλάμε για θεσμό διαπραγμάτευσης, θεσμό «bargaining» στο πλαίσιο του αγγλοσαξονικού δικαίου, όπως το είπα και πριν.
Ας δούμε μερικά πρακτικά παραδείγματα για το πώς λειτουργεί. Πρώτα-πρώτα, πρέπει να σας πω ότι λείπει εντελώς μέσα από τις διατάξεις, από τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες λειτουργεί η ποινική συνδιαλλαγή, αυτό το στοιχείο της πρόσθετης θυσίας που απαιτείται, όπου υιοθετείται ο θεσμός της ποινικής συνδιαλλαγής. Για να υιοθετηθεί, επιβάλλεται στο δράστη, ο οποίος συναλλάσσεται στην περίπτωση αυτή, μια πρόσθετη θυσία, η οποία είναι το αντίβαρο, σε σχέση με την ποινή, ώστε να νιώθει ότι αυτό το οποίο έκανε είναι κάτι το οποίο είναι κολάσιμο. Εδώ δεν υπάρχει πουθενά η έννοια της πρόσθετης θυσίας. Στην ουσία απλώς και μόνο -και επειδή πρόκειται κυρίως για περιουσιακά και ιδιοκτησιακά αδικήματα- αν αποζημιώσεις τον παθόντα, τελείωσε. Αφού λείπει, λοιπόν, το στοιχείο της πρόσθετης θυσίας, δεν λειτουργεί η γενική ούτε η ειδική πρόληψη στο πλαίσιο της ποινής.
Δεύτερον, κοιτάξτε να δείτε, για παράδειγμα, τι γίνεται στα περιουσιακά αδικήματα. Βασική προϋπόθεση, όπου λειτουργεί ο θεσμός της συνδιαλλαγής για τα περιουσιακά και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, πρέπει να είναι η οικειοθελής παρέμβαση του δράστη. Να, γιατί εξισώνεται η συνδιαλλαγή εδώ με την αστική αποζημίωση.
Τρίτο στοιχείο που δείχνει ότι τα πράγματα δεν έχουν έτσι όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη: Το βάζετε και το επεκτείνετε σε πολλά από τα περιουσιακά και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, αλλά δεν το έχετε βάλει εκεί που συνήθως αυτό χρησιμοποιείται στην Ευρώπη, δηλαδή, κυρίως στα εγκλήματα βίας. Για ορισμένα, ναι, είναι και ισχύει, όπως για την ενδοοικογενειακή βία.
Αλλά η συνδιαλλαγή χρησιμοποιείται κυρίως για τα εγκλήματα βίας. Γιατί; Γιατί εκεί πραγματικά, δεν είναι μόνο θέμα αστικής αποζημίωσης, αλλά είναι και η συμπεριφορά του δράστη, ο οποίος ζητάει συγγνώμη - εμπράκτως συγγνώμη στην περίπτωση αυτή- από εκείνον ο οποίος υπέστη τη ζημία. Με τον τρόπο αυτό επέρχεται κοινωνική ειρήνη, αλλά και αποζημιώνεται -όχι στην κυριολεξία, αλλά με τη μεταφορική του έννοια- εκείνος ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, υπέστη ζημία.
Έχουμε και άλλες παράπλευρες -ας το πω έτσι- απώλειες απ’ αυτό το οποίο εισάγουμε στο σχέδιο νόμου. Παρατηρήστε, κύριε Υπουργέ, το εξής, για να δείτε δηλαδή ότι ενός κακού, μύρια έπονται σε ορισμένες περιπτώσεις. Όταν έχουμε απόπειρα, παραδείγματος χάριν στα περιουσιακά δικαιώματα, θα συμβεί το εξής: Αυτός ο οποίος έχει κάνει το περιουσιακό έγκλημα, το έχει συντελέσει πλήρως δηλαδή και έχει πάρει τα χρήματα, έχει το όφελος. Όταν τα επιστρέφει, τα επιστρέφει από εκείνα που πήρε. Για να λειτουργήσει η απόπειρα, όμως, στο πλαίσιο της συνδιαλλαγής, θα πρέπει να δώσει από εκείνα που δεν πήρε. Δηλαδή, στην πραγματικότητα, στην απόπειρα αυτός που ακολουθεί την οδό της συνδιαλλαγής, έχει βαρύτερη ποινική μεταχείριση από τον άλλο. Αυτό είναι αποτέλεσμα ακριβώς όλης της λογικής αυτού του οποίου τόνισα προηγουμένως.
Λέω, λοιπόν, ότι πρέπει να ξαναδείτε το θεσμό αυτό. Πιστεύω, επίσης, ότι πρέπει να βγάλετε ορισμένα εγκλήματα απ’ έξω. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει, παραδείγματος χάριν, το θέμα της τοκογλυφίας μέσα στο πλαίσιο των εγκλημάτων, τα οποία αφορά η ποινική συνδιαλλαγή. Επίσης, ακριβώς γιατί πρέπει να λειτουργεί η ποινική συνδιαλλαγή στο πλαίσιο που τόνισα προηγουμένως, πρέπει να ξαναδείτε το ζήτημα της εγγραφής στο ποινικό μητρώο.
Αν είχαμε, κύριε Υπουργέ, τις προϋποθέσεις που είπα πριν, αν όντως λειτουργήσει ως πραγματικός θεσμός ποινικής συνδιαλλαγής, άντε να μην το βλέπαμε το θέμα αυτό, γιατί εκεί υπάρχουν υποκατάστατα σε ό, τι αφορά το ότι έχει ο δράστης ανακάμψει στην πραγματικότητα. Αλλά όπως λειτουργεί ο θεσμός εδώ, που στην ουσία είναι αστική αποζημίωση, δηλαδή διαπραγμάτευση, εγώ θεωρώ ότι εκ των ων ουκ άνευ να μπει η εγγραφή στο ποινικό μητρώο. Διότι χωρίς αυτή, στην πραγματικότητα, απλώς και μόνο εξομοιώνουμε τα δύο πράγματα. Δηλαδή, από την μία πλευρά την αστική αποζημίωση και από την άλλη την ποινική συνδιαλλαγή.
Ευχαριστώ πολύ και ζητώ συγγνώμη για την υπέρβαση του χρόνου, κύριε Πρόεδρε.
[1] Σελ. 2730, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es20101216.pdf
| < Prev | Next > |
|---|
